Αποκατάσταση της μορφολογικής νομιμότητας μετά το σεισμό του ’96 / Μαθητική Εστία Κόνιτσας, Δ+Τ Μπίρης 1976

Γράφει ο Άγγελος Χ. Παπαγεωργίου

Αν το «παράδειγμα» (paradigm),[1] σαν αναπόσπαστο κομμάτι της επιστημολογικής jargon της δεκαετίας του ’70, ταλαιπώρησε τους μεταπτυχιακούς της αρχιτεκτονικής στη Μεγάλη Βρετανία, το υπόδειγμα, σαν έκφραση του θεσμοθετημένου καθεστώτος προστασίας οικισμών και συνόλων, συνεχίζει να δυναστεύει μέχρι σήμερα τη συνθετική μας πρακτική.
Έχοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των αστικών μετασχηματισμών σε σχέση με τις μεταβολές που συντελούνται στους μικρούς οικισμούς, θα πάρουμε ως παράδειγμα την απάντηση που έδωσαν τρεις Γιαννιώτες αρχιτέκτονες στο πρόβλημα της μορφολογικής ένταξης νέων κτηρίων στο ευρύτερο «ιστορικό» κέντρο της πόλης. Η ιδιαιτερότητα του παραδείγματος έγκειται στο γεγονός ότι και οι τρεις, εκτός από τη συνθετική τους δραστηριότητα, διαδραμάτισαν θεσμικό ρόλο στη διαμόρφωση της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής πρακτικής και σκέψης.
Το 1920 ο Περικλής Μελίρρυτος [2] υπογράφει το διάγραμμα ρυμοτομίας της πόλεως των Ιωαννίνων [3] ως «μηχανικός του δήμου», ενώ στον σύγχρονο [4] επαγγελματικό οδηγό καταχωρείται ως «αρχιτέκτων». Πρώτο έργο του νεαρού αρχιτέκτονα θεωρείται η Παπαζόγλειος Υφαντική Σχολή. Το κτήριο διακρίνεται από τα βασικά χαρακτηριστικά της νεοκλασικής τυπολογίας και μορφολογίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο νεοκλασικισμός είναι το επίσημο αρχιτεκτονικό ιδίωμα του Βασιλείου της Ελλάδος, σε αντίθεση με τον εκλεκτικισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επαρχία της οποίας είναι ακόμη η Ήπειρος.
Τελευταίο σημαντικό έργο του Μελίρρυτου είναι η Καπλάνειος Σχολή, που αποπερατώνεται το 1926, ακριβώς απέναντι από την Παπαζόγλειο. Τυπολογικά πρόκειται για γωνιακό κτήριο με εσωτερική αυλή που εφάπτεται στη ρυμοτομική γραμμή. Η απότμηση της γωνίας, όπως εφαρμόστηκε στη Βαρκελώνη από τον Cerdà, αποτελεί βασικό χειρισμό της ευρωπαϊκής ρυμοτομίας της εποχής. Η Καπλάνειος χαρακτηρίζεται από τα νεοβυζαντινά μορφολογικά της στοιχεία, σε μια τάση ανάδειξης ενός παρελθόντος με έντονη παρουσία στην περιοχή. Ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή αξία της ορολογίας, το πρώτο συνθετικό (νεο-) χαρακτηρίζει εύστοχα τις νεωτερικές [5] επεμβάσεις στη βαλκανική πόλη.
Στην οξεία γωνία ανάμεσα στα δύο κτήρια στέκεται από το 1840 το αρχοντικό Πυρσινέλλα, χαρακτηριστικό δείγμα κτηρίου της παλιάς οθωμανικής πόλης: εσωστρεφές, περιτοιχισμένο από ψηλό μαντρότοιχο με σαχνισιά εκτός ρυμοτομικής γραμμής στον όροφο, χωρίς συμμετρίες και μορφολογικούς συμβολισμούς.


Για τον Μελίρρυτο, το κτήριο είναι σχεδόν αδιάφορο. Η μέριμνα του αρχιτέκτονα επικεντρώνεται στην εγκατάσταση της νεωτερικότητας που θα παρασύρει την πόλη στην πρόοδο. Ο ίδιος γοητεύεται από την ανανεωτική διάθεση και αυτοϋπονομεύει, με την Καπλάνειο, τη νεοκλασική του διαδρομή και την εδραίωση μιας προσωπικής συνθετικής μεθοδολογίας.
Για τον Βασίλη Χαρίση, επίσης, δεν είναι η συνθετική μεθοδολογία, αλλά ο περιγραφικός λόγος που χαρακτηρίζει το έργο του. Κληρονομιά ίσως από τον Πικιώνη,[6] που υπήρξε καθηγητής του στο ΕΜΠ. Ο Χαρίσης σχεδιάζει το 1962 την οικοδομή Σακελλαρίδη στην οδό Κάνιγγος, πίσω από την Παπαζόγλειο. Μοντέρνο διώροφο, με καταστήματα στο ισόγειο, κατοικίες στον όροφο, με ισορροπημένη διαμόρφωση των ανοιγμάτων σε μια νηφάλια οριζοντιότητα-χωρίς στέγη. Ακριβώς απέναντι, η μορφολογία της στοάς Λιάμπεη φαίνεται να τον αφήνει αδιάφορο παρά το γεγονός ότι εξελίσσεται σε έναν από τους κύριους εκπροσώπους της νεοπαραδοσιακής (νεο-λαϊκής) [7] αρχιτεκτονικής.
Δέκα χρόνια μετά, από τη θέση του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Δημοσίων Έργων (ΥΔΕ) εισηγείται τη συγκρότηση των Επιτροπών Ενάσκησης Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΕΑΕ),[8] με στόχο την ένταξη των κτηρίων στο περιβάλλον και στον πολεοδομικό ιστό. Έχει ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται διεθνώς η προβληματική [9] για τα αποτελέσματα της εφαρμογής του μοντερνισμού. Στη συνέχεια και κάτω από το μεταπολιτευτικό πρίσμα επαναπροσδιορισμού και προστασίας της ελληνικής ταυτότητας, μετεξελίχθηκαν στις Επιτροπές Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ) και σήμερα στα ΣΑ.
Τα κτήρια του Μελίρρυτου και του Χαρίση συνιστούν, την εποχή της ανέγερσής τους, διατάραξη του αστικού ιστού, μορφολογική και τυπολογική. Η χρονική στιγμή επιβολής κανονισμών και συγκρότησης επιτροπών ελέγχου ήρθε, ευτυχώς, με αρκετή καθυστέρηση.


Τις συνέπειες του καθεστώτος προστασίας τις υφίσταται ο Βύρων Χρηστίδης όταν το 1979 αποφασίζει να κατεδαφίσει το πατρικό του [10] για την ανέγερση τετραώροφης πολυκατοικίας. Ο Χρηστίδης είναι καθηγητής μορφολογίας και ρυθμολογίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Το δίτομο έργο του για την αρχιτεκτονική του Ζαγορίου [11] αποτελεί την πιο σοβαρή προσπάθεια καταγραφής του οικιστικού πλούτου της ορεινής συμπολιτείας.
Η οικία Χρηστίδη, χτισμένη το 1910 στην οδό Αραβαντινού, βρίσκεται δίπλα στην Παπαζόγλειο και ακριβώς απέναντι από την Καπλάνειο και το αρχοντικό Πυρσινέλλα. Ο συναγερμός των υπηρεσιών αποτυπώνεται στη σχετική αλληλογραφία, τόσο για την κατεδάφιση όσο και για την ανέγερση. Ύστερα από αλλεπάλληλες συνεδριάσεις της ΕΕΑΕ, που καταλήγουν σε πολλαπλές παρατηρήσεις και διορθώσεις, η μελέτη εγκρίνεται το 1982. Η πολυκατοικία, με την επιμελημένη ογκοπλασία, τα ξύλινα κατακόρυφα στοιχεία που οργανώνουν τον κάνναβο της όψης και την επένδυση του στηθαίου με κεραμίδια, συμπληρώνει πλέον τον αστικό ιστό.
Οι αρχιτέκτονες ανταποκρίνονται στις συνθετικές ανάγκες του έργου στο πλαίσιο ενός νέου «παραδείγματος», κι αυτό δεν συνιστά αντίφαση. Χαρακτηριστικό και των τριών είναι η αναπαραστατική και σχεδιαστική δεινότητα που αποδεσμεύει τη συνθετική τους προσέγγιση από την αναζήτηση ασφάλειας στον τύπο. Η ιστορία και η παράδοση λειτουργούν ως έμπνευση και όχι ως δέσμευση. Ο Χαρίσης και ο Χρηστίδης στρέφονται με νοσταλγία [12] στη ρίζα του λαϊκού πολιτισμού, στην ύπαιθρο και στους μικρούς οικισμούς, ενώ εμφορούνται από την πεποίθηση της δημιουργικής έκφρασης στο αστικό πεδίο. Είναι άλλωστε η αποφασιστικότητα του δημιουργού και όχι η αναλυτική του δεινότητα που καθιστούν ένα κτήριο έργο τέχνης.
Οι υποδειγματικές κατασκευές του παρελθόντος έχασαν την ισχύ του «παραδείγματος», καθώς έχουν ανατραπεί απ’ το νέο. Ο Χρηστίδης πραγματεύεται θεωρητικά την εξέλιξη του παραδοσιακού κτηριακού δυναμικού. Ο Χαρίσης θεσμοθετεί τον αρχιτεκτονικό έλεγχο [13] για να διασφαλίσει τη συνέχεια αυτής της εξέλιξης.


Στους μικρούς οικισμούς ο έλεγχος διολισθαίνει στην εμμονή της παγίωσης του παραδοσιακού υποδείγματος με την εφαρμογή μορφολογικών κανόνων που ανταποκρίνονται στην αναπαράσταση [14] του παραδοσιακού σ’ ένα δίπολο πόλης-υπαίθρου ή κέντρου-περιφέρειας. Οι μικροί οικισμοί δεν μένουν για πάντα μικροί και συχνά αποτελούν «προορισμούς» με σημαντικό τουριστικό φορτίο και αντίστοιχου μεγέθους εγκαταστάσεις. Στη διευρυμένη περίμετρο ελλοχεύει το νέο «παράδειγμα» και η νεωτερικότητα.
Στο αστικό περιβάλλον, ακόμη και χωρίς μορφολογικούς κανόνες, κάθε νέα μελέτη ενέχει, ως δημιουργική διαδικασία, τον κίνδυνο της νεωτερικότητας και ο αρχιτέκτονας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ad hoc απαγόρευση.
Στο πλαίσιο της δομικής νοσταλγίας, [15] ανάλογα με την ένταση των δημιουργικών αδιεξόδων, το ζήτημα παίρνει ηθικές διαστάσεις, και σε μια πιο απλοϊκή προσέγγιση έχουμε την ταύτιση του παλιού με το «καλό» και του νέου με το «κακό».
Τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής παραμένουν ως μια ιδιότυπη λογοκρισία, η μοναδική που διατηρήθηκε μετά το ’74. Η εφαρμογή των κανόνων, παράλληλα με την εφαρμογή του ΓΟΚ, σε βάθος τεσσάρων δεκαετιών έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός υβριδικού τύπου «ενταγμένου» κτηρίου, που «συνάδει» με το δομημένο περιβάλλον των άλλων «ενταγμένων» κτηρίων και γι’ αυτό ακριβώς συνιστά τύπο. Σε κάθε συνεδρίαση ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αναγκαιότητα αποδόμησης των μορφολογικών κανόνων και την επαναφορά των γενικών αρχών στο προσκήνιο της αρχιτεκτονικής πρακτικής.
Σημειώσεις
1. Thomas Kuhn, The Structure of Scientific Revolutions, 1962.
2. O Περικλής Ν. Μελίρρυτος (1870-1937) ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Γαλλία, όπου έχει συντελεστεί ο ιστορικός διαχωρισμός της εκπαίδευσης του (πολιτικού) μηχανικού και του αρχιτέκτονα (École Nationale des Ponts et Chaussées – École des Beaux-Arts).
3. Διάγραμμα ρυμοτομίας της πόλεως Ιωαννίνων, κλίμαξ 1:1000, 16 Ιουνίου 1920, «αντίγραφον του επί Τουρκοκρατίας σχεδίου».
4. «Επαγγελματίαι Ιωαννίνων», στο Ελληνικός Οδηγός 1920-29, Γ.Ν. Μιχαήλ, Ανατύπωση: Δημοκρατικός Τύπος, Αθήνα, Φεβ. 2013.
5. Άγγελος Παπαγεωργίου, «Εγκάρσιες διαδρομές / Ρυμοτομία και τοπόσημα στην αγορά των Ιωαννίνων», περίληψη από τη διάλεξη στο workshop noID, Ιωάννινα 30.9.2011. http://www.box.com/s/1d76aaa2d7a82cacd43c
6. Ζήσης Κοτιώνης, Η τρέλα του τόπου, Εκκρεμές, 2004, σελ. 66.
7. Δημήτρης Φιλιπίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, Μέλισσα, 1984, σελ. 378, 380.
8. ΓΟΚ 1973 (ΝΔ 8/1973 άρθ. 80)
9. Στέφανος Αργυρίου, Αρχιτεκτονική και Νομιμοποίηση,
http://www.greekarchitects.gr/images/news/diplomatikes.argiriou.pdf
10. Ζωσιμάδες, τ. 42, Οκτ.-Νοε.-Δεκ. 2012, σελ. 27. http://www.zosimaia.gr/data/
magazine/zosimades_42.pdf
11. Βύρων Χρηστίδης, Η αρχιτεκτονική του Κεντρικού Ζαγορίου, Ριζάρειο Ίδρυμα, 2004.
12. Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα ΙΙ, Πορεία, 1993, σελ. 69.
13. Ο Χαρίσης διαπιστώνει πολύ σύντομα τις δυσλειτουργίες των ΕΕΑΕ, οι οποίες
αυτονομούνται σ’ ένα τοπικό πλαίσιο πελατειακών σχέ

σεων και γραφειοκρατίας.
Αργότερα «λογοκρίνεται» η μελέτη του για τη Ριζάρειο Πολιτεία στα Γιάννενα, η
οποία εγκρίνεται τελικά από τη δευτεροβάθμια ΕΠΑΕ.
14. Πολιτιστική Αναπαράσταση, επιμ. Δημήτρης Παπαγεωργίου, Νίκος Μπουμπάρης και Ελένη Μυριβήλη, Κριτική, 2006. http://www.academia.edu/499178/_From_Representation_to_Performance_
15. Michael Herzfeld, Cultural Intimacy: Social Poetics in the Nation-State,
Psychology Press, 1997.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Περιοδική έκδοση "αρχιτέκτονες", τεύχος 14-15, Σεπτέμβριος 2014