Μετά τις «καταγραφές» και με αφετηρία τη στρατηγική της επέμβασης καθώς και τους προβληματισμούς που αποτυπώθηκαν στη συνάντηση, η Σ.Ε. απευθύνθηκε σε συναδέλφους των οποίων η άποψη –παρότι καταστατικά συνέχει τον «δημόσιο» λόγο για το χώρο και την πόλη– δεν έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί, ζητώντας τους σύντομες τοποθετήσεις.

Με το παρακάτω σημείωμα, θέτοντας το γενικό πλαίσιο της οπτικής της, τους ζητήθηκε να εντοπίσουν το ή τα σημεία στα οποία θα τους ενδιέφερε να εστιάσουν:

Με αφορμή την επέμβαση που έχει δρομολογηθεί για την Πανεπιστημίου υπό τον γενικό τίτλο Re-think Athens και με απώτερο σκοπό την ανασυγκρότηση του κέντρου, τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν και τις επικοινωνιακές διαστάσεις που έχει λάβει το συγκεκριμένο εγχείρημα, θεωρούμε ότι επανέρχονται, ή τουλάχιστον φαίνονται να επανέρχονται στην επιφάνεια καίρια ζητήματα σχετικά με την πόλη, την πολεοδομία και το μέλλον της Αθήνας.

Στην Αθήνα που αποδιαρθρώνεται χωροταξικά και κοινωνικά εμφανίζεται ως επιταγή η ανάκτηση μιας συμπαγούς κεντρικότητας, ενώ την ίδια στιγμή εμφανίζονται ή αναζητούνται πολλαπλές κεντρικότητες στην περιφέρειά της ή κατά μήκος των μεγάλων αυτοκινητόδρομών της. Κάθε κίνηση γίνεται στο όνομα του δημόσιου συμφέροντος, της ανάπτυξης, της βιωσιμότητας και της καλύτερης εξυπηρέτησης του γενικού χρήστη αλλά και στο όνομα της τόνωσης του μητροπολιτικού χαρακτήρα της πόλης. Και παρότι ολοένα πολίτες και κάτοικοι διεκδικούν μέρισμα στην πόλη τους, και δη στον δημόσιο χώρο, οι παραπάνω έννοιες μοιάζουν να ορίζονται κεντρικά και συχνά αμφίσημα ή κατά περίπτωση. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας αναζητούνται χορηγοί και καλούνται αρχιτέκτονες να μορφοποιήσουν ή/και να επικοινωνήσουν τις προειλημμένες αποφάσεις.

Αυτή είναι μία ανάγνωση των πραγμάτων, και ίσως όχι η ορθότερη. Όμως η επιτακτική ανάγκη ανασυγκρότησης της Αθήνας είναι πραγματική. Περνάει αυτή η ανασυγκρότηση από το κέντρο της Αθήνας, και τι είδους κέντρο είναι αυτό; Ποιους αφορά και ποιος την ορίζει; Μπορεί η πολεοδομία, ως άσκηση πολιτικής στο χώρο, και με τα εργαλεία που διαθέτει, να αποκαταστήσει τη λειτουργία της Αθήνας καταρχάς ως πόλης; Ποιους και τι χρειάζεται να συμπεριλάβει στις προτάσεις της για το παρόν και στα σχέδιά της για το μέλλον;

Αεροφωτογραφία του κέντρου της Αθήνας το 1934 πηγή: facebook «Παλιές φωτογραφίες της Αθήνας»

Αεροφωτογραφία του κέντρου της Αθήνας το 1934
πηγή: facebook «Παλιές φωτογραφίες της Αθήνας»

Η πολιτική Re-think για την Αθήνα

Πολιτικές που, εδώ και καιρό, επικεντρώνονται σε εντυπωσιακές πολεοδομικές παρεμβάσεις συνήθως σηματοδοτούν τη μετάβαση από την πόλη δικαίωμα του πολίτη στην πόλη προϊόν για τον κάτοικο ή τον επισκέπτη καταναλωτή. Σηματοδοτούν τη μετάβαση από αστικές πολιτικές προνοιακού χαρακτήρα σε πολιτικές παραγωγής ή ανάδειξης των χαρακτηριστικών εκείνων της πόλης που μπορούν να υποστηρίξουν επικερδείς δραστηριότητες σε διάφορους τομείς μέσα από ποικίλα επιχειρηματικά σχήματα.

Στην Ελλάδα, όπου ο προνοιακός χαρακτήρας του καπιταλισμού υπήρξε πάντα υπολειμματικός, η μετάβαση αυτή ήταν μάλλον δυσδιάκριτη. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου, η συγκρότηση του κοινωνικού και του δομημένου χώρου της πόλης υπήρξε αποτέλεσμα εκτεταμένου laissez-faire, με αποσπασματικές παρεμβάσεις επικεντρωμένες στην αρχιτεκτονική μορφή και τις πολιτισμικές της αναφορές. Έτσι, παρεμβάσεις όπως η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου δεν μοιάζουν έξω από τα καθιερωμένα.

Η απουσία σύνδεσης της επιχειρούμενης παρέμβασης με κοινωνικούς και οικονομικούς στόχους δεν απέχει, άλλωστε, και από το πρότυπο οργάνωσης των Ολυμπιακών του 2004. Οι Αγώνες οργανώθηκαν ως εθνικός αυτοσκοπός, χωρίς στρατηγικές για το μέλλον της πόλης και χωρίς αξιολογημένες επιμέρους επιλογές ως προς το πρακτικό κοινωνικό και οικονομικό αποτέλεσμά τους. Οι μαζικές ολυμπιακές επενδύσεις δημιούργησαν μια αισιόδοξη κινητικότητα όσον αφορά την πόλη και, ιδιαίτερα, το κέντρο της, η οποία γρήγορα εξανεμίστηκε, καθώς την απουσία προγραμματισμού συμπλήρωσε η απουσία οποιασδήποτε συνέχειας.

Ομοιότητες με τους Ολυμπιακούς παρουσιάζει και η προσπάθεια νομιμοποίησης των εγχειρημάτων με την εμπλοκή διακεκριμένων πολιτιστικών και επιχειρηματικών θεσμών και την ανάμειξη γνωστών εγχώριων και διεθνών ονομάτων. Βεβαίως, οι στέγες του Καλατράβα δεν αναδεικνύουν κυρίως αυτά που στεγάζουν, αλλά την πολιτική βούληση αυτών που τις αγοράζουν να προωθήσουν τις πόλεις τους ως καταναλωτικά προϊόντα, χρησιμοποιώντας τα σινιέ τοπόσημα της επιχειρηματικής πόλης. Το περιεχόμενο, που αφορά κυρίως τον κάτοικο και το δικαίωμά του στην πόλη, καθίσταται δευτερεύον και, συχνά, εμπόδιο στην επικοινωνιακή στρατηγική της παρέμβασης. Έτσι, η πρόσκληση του, κατά τα άλλα, πολύ σημαντικού διανοητή Ρίτσαρντ Σένετ να παρουσιάσει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών παλαιότερη εργασία του για την πορώδη υφή που πρέπει να έχουν τα όποια σύνορα και όρια μέσα στην πόλη άφηνε την εντύπωση (ίσως και στον ίδιο) ότι η Πανεπιστημίου είναι κάτι σαν κλειστός αυτοκινητόδρομος που κόβει την πόλη στα δύο, όπως οι αυτοκινητόδρομοι που πολεμούσε η Τζέιν Τζάκομπς τη δεκαετία του 1960.

Θα έλεγε κανείς ότι η κρίση, με τη σωρεία των προβλημάτων που έχει επιφέρει, θα είχε καταστήσει αυταπόδεικτη την ανάγκη να συνδέεται η οποιαδήποτε παρέμβαση-επένδυση στην πόλη με τα προβλήματα αυτά. Το ότι αυτό δεν έχει συμβεί δείχνει απλώς ότι τα νεοφιλελεύθερα οράματα για επιχειρηματικές και ανταγωνιζόμενες πόλεις εξακολουθούν να είναι ευρέως αποδεκτά ως λύσεις για δεινά που έχουν επισωρεύσει ή/και οξύνει ευρύτερες πολιτικές ανάλογης ιδεολογικής κατεύθυνσης. Για μια ακόμη φορά, η διέξοδος είναι πολιτική και όχι τεχνική, αν και η συγκεκριμένη παρέμβαση θέτει και σημαντικά τεχνικά ερωτηματικά.

Θωμάς Μαλούτας
Αρχιτέκτων Γεωγράφος, Καθηγητής Κοινωνικής Γεωγραφίας,
Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο,
Διευθυντής Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ)

πηγή: http://www.ethnos.gr

πηγή: http://www.ethnos.gr

Ανάπλαση κέντρου Αθήνας, ναι ή όχι;

Για κάθε ανάπλαση, πρέπει να γνωρίζουμε «για τίνος όφελος» γίνεται ο κάθε σχεδιασμός και εφαρμογή. Έχουμε έτσι δύο ακραίες θέσεις:

• Στην Πανεπιστημίου, με πυρήνα της την «τριλογία», είναι συγκεντρωμένες οι διοικήσεις των περισσότερων τραπεζών, πολυκαταστήματα, πολυτελή καταστήματα, ξενοδοχεία και δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και κινηματογράφοι, θέατρα, βιβλιοπωλεία κ.ά. Σίγουρα η Πανεπιστημίου δεν είναι Καισαριανή Αγία Βαρβάρα.

Ποιους λοιπόν εξυπηρετεί μια τέτοια αναβάθμιση; Ποιο τμήμα της αθηναϊκής κοινωνίας χρησιμοποιεί την Πανεπιστημίου, ώστε να του δοθεί αναπλασμένη επί το καλύτερο η περιοχή; Η άμεση γειτνίαση του επάνω τμήματός της με την Πλατεία Συντάγματος, την οδό Βουκουρεστίου και το Κολωνάκι θα έδινε το μέτρο μιας απάντησης. Παράλληλα, η αγορά αστικής γης εργάζεται συγκεκριμένα: αποκτά την κυριότητα υποβαθμισμένων περιοχών, στη συνέχεια οδηγεί το κράτος στη δαπάνη μεγάλων κονδυλίων για αναβάθμιση και τέλος, ως ιδιοκτήτης, καρπούται την υπεραξία τους (όπως έγινε στην Πλάκα, στου Ψυρή, στο Μεταξουργείο)· και λέγονται πολλά για επενδύσεις στην περιοχή.

Το πιθανότερο συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήγαμε εύκολα είναι ότι η αναβάθμιση του «επίσημου κέντρου» της Αθήνας εξυπηρετεί τα υψηλά στρώματα της αστικής τάξης στην Αθήνα, και από κει και πέρα ο καθένας, ανάλογα με τις ιδεολογικές του αντιλήψεις, θα έλεγε ναι ή όχι.

• Από την άλλη μεριά, η Πανεπιστημίου δεν είναι και Πατριάρχου Ιωακείμ του Κολωνακίου, ούτε οδός Γιασεμιών, Κρίνων και Υακίνθων στην Εκάλη, στο Παλαιό Ψυχικό ή στη Φιλοθέη. Αποτελεί έναν από τους κεντρικούς αθηναϊκούς δρόμους, αφετηρία, στάση και τέρμα πολλών γραμμών λεωφορείων, τρόλεϊ και μετρό, και πέρασμα δεκάδων χιλιάδων κατοίκων του Λεκανοπεδίου κάθε κοινωνικής τάξης, για εργασία, αγορές, αναψυχή. Στο κάτω κάτω και οι πολιτικές συγκεντρώσεις στα Προπύλαια δεν γίνονται μόνο λόγω της δυναμικής ύπαρξης του πανεπιστημιακού ασύλου, αλλά διότι αποτελεί κεντρικό χώρο διέλευσης και παρουσίας πολιτών, και μάλιστα στην πλειοψηφία τους πολιτικοποιημένων – ανάλογα, και βέβαια η διαδρομή Σύνταγμα-Ομόνοια είναι και μεταβαλλόμενη ταξικά, από αστικό ως προλεταριακό χώρο.

Σε καπιταλιστικές πόλεις του εξωτερικού, για λόγους που έχουμε αναλύσει σε άλλα άρθρα μας, τα κέντρα τους είναι αναβαθμισμένα εδώ και δεκαετίες, απαλλαγμένα από το άγος των ΙΧ, με μαζικά μέσα σταθερής τροχιάς, επιφανειακά τραμ, άφθονο πράσινο σε πολλαπλές δενδροστοιχίες και πάρκα, και βέβαια με κάθε είδους χρήση, δημόσιων κτηρίων, καταστημάτων κάθε επιπέδου, χώρων αναψυχής κ.ά. Ανεξάρτητα αν εξοπλίστηκαν ως χώροι της άρχουσας τάξης του 19ου αιώνα, σήμερα χρησιμοποιούνται από τους κατοίκους τους ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη. Δεν ξεχνάμε βέβαια ότι και στις πόλεις αυτές υπάρχουν ταξικοί διαχωρισμοί και ταξικά γκέτο, αλλά τουλάχιστον για μεγάλες μάζες πληθυσμού που δεν ανήκουν αποκλειστικά στην άρχουσα τάξη τα κέντρα τους χρησιμοποιούνται εντατικά.

Θα αρνηθούμε την αναβάθμιση του κέντρου μια πόλης επειδή εξυπηρετεί και την άρχουσα τάξη της, ξεχνώντας την καθημερινή του χρήση από μεγάλες μάζες πληθυσμού οι οποίες στο κάτω κάτω δικαιούνται ένα καλύτερο περιβάλλον μέχρι την ανατροπή του καπιταλισμού, στο σύστημα που το αναβαθμισμένο περιβάλλον θα αποτελεί κανόνα και για τις εργατικές συνοικίες;

(Ως προς τα πολεοδομικά και κυκλοφοριακά θέματα που συνεπάγεται η ανάπλαση, έχω κάποιες αντιρρήσεις ως προς τις επικρίσεις που έχουν διατυπωθεί, αλλά ο χώρος δεν μου επιτρέπει αυτή τη φορά περισσότερη ανάλυση· π.χ. πιστεύω ότι η μερική πεζοδρόμηση-τραμ δεν συνεπάγονται μεταφορά της κίνησης σε διπλανούς δρόμους αλλά μείωση των ΙΧ σε όφελος των ΜΜΜ.)

Γεώργιος Μ. Σαρηγιάννης
Αρχιτέκτων Πολεοδόμος, Ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ

Αθήνα 2009. Όνειρο θερινής νυκτός

Η συστημική κρίση «χτυπάει» τη χώρα μας.

Ο πολιτικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι «λεφτά δεν υπάρχουν» και ότι νοοτροπίες του παρελθόντος οδηγούν σε αδιέξοδο.

Το ΥΠΕΚΑ δρομολογεί ένα μακροπρόθεσμο οργανωμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων (που αναμφισβήτητα θα γιγαντωθούν λόγω κρίσης) τα οποία προκύπτουν από τη συνεχιζόμενη ανισορροπία ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και την έλλειψη συγκροτημένης πολιτικής για την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία. Οργανώνει κατά προτεραιότητα τον χωροταξικό σχεδιασμό.

Ο ΟΡΣΑ με το ΕΜΠ εκπονούν ερευνητικό πρόγραμμα για την ανάλυση των δεδομένων εκείνων τα οποία θα διαμορφώσουν την πλατφόρμα για τη δημόσια συζήτηση που θα ακολουθήσει, μεταξύ υπουργείων και επιστημονικών φορέων, για τη χάραξη ενιαίας στρατηγικής στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής.

Γίνεται αντιληπτό ότι η δυναμική της πόλης είναι τέτοια, που δεν τίθεται θέμα επιλογής ανάμεσα σε μια πολιτική κεντρικότητας ή διάχυσης, αλλά πρέπει να βρεθούν τα στρατηγικά εργαλεία που, αναλόγως της χρονικοοικονομικής περίστασης, θα χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση του εκάστοτε προβλήματος.

Οι φορείς διαχέουν την πληροφόρηση/προβληματισμό μέσω διαδικτύου στα ενεργά μέλη τους.

Το ΥΠΕΚΑ, σε αγαστή συνεργασία με αλλά υπουργεία, χωρίς ανάγκη υπογραφής μνημονίων συνεργασίας(!), οργανώνει Διεθνείς Αρχιτεκτονικούς Διαγωνισμούς Αστικού Σχεδιασμού (ΔΑΔΑΣ) στις περιοχές που έχει υποδείξει ο υπερκείμενος σχεδιασμός, οι αναλύσεις του ΟΡΣΑ και ο δημόσιος διάλογος, αφού τα αξιόλογα δημόσια έργα, κλίμακας μεγαλύτερης αυτής της γειτονιάς, γίνονται πια με αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς.

Δεν γίνονται απευθείας αναθέσεις σε «αστέρες» της αρχιτεκτονικής (που παρεμπιπτόντως απέκτησαν τη φήμη τους υλοποιώντας αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς που είχαν κερδίσει σε νεαρή ηλικία), έχουν κλείσει οι δημοτικές επιχειρήσεις, έχουν σταματήσει να βαφτίζονται ερευνητικά προγράμματα οι μελέτες του δημόσιου χώρου, έχει κοπεί η χρηματοδότηση ΜΚΟ για δημόσια έργα.

Οι ΔΑΔΑΣ είναι ανοικτοί και προκηρύσσονται βάσει του ήδη ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, το σχέδιο νόμου του οποίου έχει επεξεργαστεί το ΥΠΕΚΑ από κοινού με ΤΕΕ και ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ (είναι σύμφωνο με τις γενικές αρχές της ΑCE και της UIA που έχουν συνεισφέρει αφιλοκερδώς στην προσπάθεια αυτή), έχει κατατεθεί στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για θέματα Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας και έχει ψηφιστεί ως νόμος, μην επιτρέποντας την κατά το δοκούν τροποποίησή του με ΚΥΑ. Οι κριτικές επιτροπές, με πλειοψηφία αρχιτεκτόνων, συστήνονται με αδιάβλητες κληρώσεις, είναι αμειβόμενες, τα πρακτικά των συνεδριάσεων δημοσιοποιούνται και εκτίθενται σε δημόσιο διάλογο μαζί με τα βραβευθέντα και μη έργα.

Στον ΔΑΔΑΣ για την Πανεπιστημίου, το ΥΠΕΚΑ, ως όφειλε, καλεί τους διαγωνιζόμενους να απαντήσουν στο αίτημα για σύνδεση πλ. Συντάγματος και πλ. Ομονοίας. Κατατίθενται πληθώρα διεπιστημονικών προτάσεων, που δεν περιορίζονται σε πλακοστρώσεις ενός πεζόδρομου, αλλά αντιμετωπίζουν την παρέμβαση συνολικά (αρχιτεκτονικά και κυκλοφοριακά), χωρίς προκαθορισμένες δεσμεύσεις και μέσα από το πρίσμα μιας γενικότερης παρέμβασης για την ανασυγκρότηση του κέντρου της πόλης.

Εμφανίζονται προτάσεις ανάπτυξης του δικτύου υφιστάμενων στοών, διαπλάτυνσης πεζοδρομίων για διευκόλυνση ροής πεζών και ποδηλάτων χωρίς την κατάργηση της κίνησης τροχοφόρων, προτάσεις υπέργειες, ενοποίησης φυτεμένων δωμάτων, υπόγειες, με πορείες ανάμεσα στα αρχαία, και συνδυασμοί αυτών, προτάσεις με υπόγειους χώρους στάθμευσης που διευκολύνουν την προσέγγιση των ΙΧ πλησίον του προτεινόμενου πεζοδρόμου, ισοσκελίζοντας το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα των mall, και άλλες τόσες, που βάσει αυτών ξανανοίγει η συζήτηση πριν αυτή οδηγήσει σε τελικές αποφάσεις.

Γίνεται κατανοητό ότι, όποια σχεδιαστική παρέμβαση κι αν τελικά προκριθεί, πρέπει να υλοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή! Έχουν περάσει ανεπιστρεπτί εποχές που πολεοδομούσαμε με χάρακες σε λευκό χαρτί. Μια βεβιασμένη υλοποίηση ανακόλουθη των τάσεων και της δυναμικής της πόλης, που δεν συνάδει με οικονομική ανάπτυξη και χρήσεις που την υποστηρίζουν, μπορεί εύκολα να έχει αντίθετα αποτελέσματα και να οδηγήσει μάλλον σε γρήγορη υποβάθμιση του κέντρου της πόλης παρά στην ανασυγκρότησή του.

Σε εποχές οικονομικά χαλεπές, η ιδέα του τραμ εγκαταλείπεται. Μια βόλτα των διαγωνιζόμενων σε Ν. Σμύρνη, Π. Φάληρο και Γλυφάδα δίνει άπλετο χρόνο ακόμη και στους πιο ρομαντικούς να συνειδητοποιήσουν ότι τα μέσα σταθερής τροχιάς σε ήδη διαμορφωμένο αστικό ιστό είναι ιδιαίτερα προβληματικά. Αποφασίζεται να αποδεσμευτούν τα  ̴80 εκατ. (που προορίζονταν για έργα επέκτασής του) και με συνετή διαχείριση να προχωρήσουν αναπλάσεις σε  ̴160 περιοχές σύμφωνα με το πρόγραμμα αρχιτεκτονικών διαγωνισμών 4x4 της ΕΑΧΑ. Τα αστικά αυτά κύτταρα θα αναβαθμίσουν και θα τονώσουν πραγματικά την κατοικία και το εμπόριο, που από καιρό έχουν αρχίσει να φεύγουν από το κέντρο (ενίοτε με τη βοήθεια του πολεοδομικού σχεδιασμού, βλ. περίπτωση Ψυρή).

Η εφαρμογή πλήθους προτάσεων αστικού σχεδιασμού, σε συνδυασμό με τα κίνητρα του άρθρ. 10 του Οικοδομικού Κανονισμού (που έχουν εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις αυτές, μετά τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας) δημιουργούν κατάλογο φακέλων με «ώριμα» προς υλοποίηση έργα.

Στις περιπτώσεις που τη χρηματοδότηση των διαγωνισμών, των μελετών είτε της υλοποίησης των έργων δεν δύναται να καλύψει το Δημόσιο, το νεοσυσταθέν φόρουμ για αρχιτεκτονικές πολιτικές, αντλώντας πείρα από τις διεθνείς οργανώσεις στις οποίες ενεργά συμμετέχει, απευθύνεται σε ιδιώτες- χορηγούς οι οποίοι, πλην του ελέγχου για τη διασφάλιση της ορθής κατανομής της χορηγίας τους, δεν εμπλέκονται στις υπόλοιπες διαδικασίες.

Η κρίση μετατρέπεται σε ευκαιρία.

Η πολιτεία αρχίζει να εμπιστεύεται το επιστημονικό της δυναμικό.

Η συζήτηση με αφορμή τις επεμβάσεις αυτές αρχίζει να αποκτά νόημα και ουσία.

Δαμιανός Αμπακούμκιν
Αρχιτέκτων, Μέλος Δ.Σ. ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ

Μεταξουργείο πηγή: flickr.com, φωτ. Οδυσσέας Γαληνός Παπαρούνης

Μεταξουργείο
πηγή: flickr.com, φωτ. Οδυσσέας Γαληνός Παπαρούνης

Μια ετεροχρονισμένη ιδέα χωρίς το δημοκρατικό της πλαίσιο

Έχουμε μπροστά μας την πεζοδρόμηση της οδού Πανεπιστημίου, ένα μεγάλης εμβέλειας δημόσιο έργο. Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη διακήρυξή της, η εμβληματική αυτή ανάπλαση θα μπορούσε να είναι μια υπερώριμη κίνηση για την Αθήνα. Έρχεται σε μια στιγμή που συνειδητοποιούμε όλο και περισσότερο την ανάγκη έξωσης των ιδιωτικών οχημάτων από το ιστορικό κέντρο. Ως λογική συνέχεια των προηγούμενων κεντρικών έργων δημόσιου χώρου – του εμπορικού τριγώνου, των πεζοδρόμων της Αιόλου, της Ερμού, των Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Αποστόλου Παύλου, των (επιτυχημένων και κάποιων αποτυχημένων) έργων των πλατειών.

Στη δημόσια συζήτηση το κύριο αντεπιχείρημα είναι: Γιατί εκεί και όχι αλλού, γιατί μεταξύ Ομονοίας και Συντάγματος και όχι στην περιφέρεια, που μαστίζεται από την κρίση, στις συνοικίες των οποίων ο δημόσιος χώρος καταρρέει από την έλλειψη χρηματοδοτήσεων; Ας είμαστε τίμιοι στο διάλογο. Κάθε πρωτεύουσα του κόσμου, κάθε πόλη, σε συνθήκες ανάπτυξης ή ύφεσης και υπό όποιο καθεστώς, ξεκινάει τη φροντίδα του δημόσιου χώρου αρχίζοντας από τις κεντρικές της περιοχές. Αυτό μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα και προθέσεις, όπως ανάδειξη του κέντρου ως χώρου στέγασης και έκφρασης της εξουσίας, σπέκουλα με τις αξίες γης, δημιουργία πόλου προσέλκυσης (τουριστών στη δική μας περίπτωση) αλλά και ανάδειξης και βελτίωσης του κέντρου ως τόπου πυκνής χρήσης, του πιο κοινού εξ όλων τόπου για το σύνολο του πληθυσμού της πόλης, ως περιοχής όπου εντοπίζεται η κοινή αστική ταυτότητα των κατοίκων και η οποία λειτουργεί με τα χαρακτηριστικά ενοποιητικού στοιχείου για τις πολλές διαφορετικές τοπικότητες και αστικότητες μιας μητρόπολης.

Βλέπουμε εδώ πως στο κέντρο συγκλίνουν εύκολα διαφορετικές προθέσεις και πολιτικές επιλογές, για τούτο ίσως ένα τέτοιο έργο είναι προορισμένο να πετύχει. Αυτό όμως δεν συμβαίνει αλλού. Ουδεμία σύγκλιση δεν πρόκειται να υπάρξει για την αναβάθμιση των φτωχών υποβαθμισμένων περιοχών, ουδεμία πρόνοια για παράλληλη ανάπτυξη ενός τόξου αναπλάσεων που θα συνοδεύσει τα έργα του κέντρου και θα αναζωογονήσει δυτικές και ανατολικές συνοικίες. Σε κάποιες δε περιπτώσεις τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Στον Ελαιώνα και στο Μεταξουργείο, στη Δραπετσώνα και στο Νέο Φάληρο, στο Ελληνικό, οι προθέσεις και οι πολιτικές είναι αποκλίνουσες. Εκεί, η αγορά και το φιλικό προς αυτήν πολιτικό δυναμικό δρομολογούν τις κινήσεις κερδοσκοπίας εις βάρος της δημόσιας γης, των χώρων που θα μπορούσαν να τονώσουν την έλλειψη δημόσιων αστικών υποδομών και πρασίνου. Οι τοπικές κοινωνίες αγνοούνται, η αυτοδιοίκηση καλείται να υπηρετήσει τον έναν εκ των κοινωνικών «εταίρων» –την αγορά– και οι πολιτικές αποφάσεις δρομολογούν το τελείως αντίθετο από ό,τι δρομολογείται στο κέντρο της Αθήνας. Εις βάρος του δημόσιου χώρου και του αστικού περιβάλλοντος. Ετούτη ακριβώς η δραματική αντίθεση είναι που διαφοροποιεί τη σημερινή ιδέα της πεζοδρόμησης της οδού Πανεπιστημίου από τη συνεκτική ιδέα που συντάχθηκε πριν από τριάντα χρόνια. Μια συνολική ανάπλαση των τοπικών κέντρων όλου του Λεκανοπεδίου, όπου η μεγάλη πεζοδρόμηση θα αποτελούσε την κορωνίδα ενός ενιαίου δημοκρατικού σχεδίου για την πρωτεύουσα – και όχι την εξαίρεση.

Νίκος Μπελαβίλας
Αρχιτέκτων Πολεοδόμος, Επίκουρος Καθηγητής ΕΜΠ 

Και μετά την Ομόνοια;

Από την εποχή που ο Αντώνης Τρίτσης, πριν από 30 περίπου χρόνια, έφερνε για πρώτη φορά σε συζήτηση το θέμα της πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει στην πρωτεύουσα. Μεταξύ άλλων, έχει ωριμάσει, έστω με καθυστέρηση, η ιδέα ενός αναβαθμισμένου δημόσιου χώρου. Καταθέτω ορισμένες σκέψεις, με αφορμή τις πρόσφατες σχετικές συζητήσεις και τις (επ)αναφορές στο θέμα.

Oι δύο πλατείες, Συντάγματος και Ομονοίας, παίζουν καθοριστικό ρόλο στο χαρακτήρα της Πανεπιστημίου, αυτού του «ποταμού», όπως χαρακτήριζε τη λεωφόρο ο Γ. Ιωάννου στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ωστόσο, η σημασία αυτού του άξονα δεν καθορίζεται μόνον από το τμήμα ανάμεσα στις δύο πλατείες – δεν πρόκειται για άξονα που αγκυρώνεται στους δύο δημόσιους χώρους, με αρχή και τέλος. Οι εκείθεν της πλατείας Ομονοίας συνέχειες της Πανεπιστημίου είναι, ίσως, λιγότερο «προφανείς» από ό,τι οι αντίστοιχες γύρω και πέραν της πλατείας Συντάγματος – γι’ αυτό θα αναφερθώ εδώ στις πρώτες.

Όσον αφορά τις πέρα από την πλατεία Ομονοίας διαδρομές, θα ήταν μυωπικό να παραβλέψει κανείς τις εξαιρετικές ευκαιρίες που εμφανίζονται σε αυτές τις περιοχές σε ενδεχόμενη πολεοδομική παρέμβαση, ίσως με αφορμή την Πανεπιστημίου. Η οδός Αγίου Κωνσταντίνου δεν αποτελεί μόνον τη φυσική προέκταση της Πανεπιστημίου πέρα από τον δημόσιο χώρο της πλατείας Ομονοίας. Είναι ο δρόμος που φιλοξενεί και το ακτινοβόλο κτήριο του Εθνικού Θεάτρου και την «εκρηκτική» κλασική μορφολογία του Αγίου Κωνσταντίνου – και τα δύο ισχυρά τοπόσημα που διευρύνουν και επεκτείνουν το ύφος του 19ου αιώνα που εισήγαγε το βουλεβάριο μπροστά από την τριλογία Hansen. Υπάρχει όμως και συνέχεια. Μετά την πλατεία Καραϊσκάκη, και με άνετο άξονα επικοινωνίας την οδό Δηλιγιάννη, το εμβληματικό κτήριο του παλιού Σταθμού Πελοποννήσου, σημαντικό δείγμα γραφής (και αυτό) του E. Τσίλερ, σε άριστη κατάσταση, περιμένει κάποιον νέο πολιτιστικό ρόλο. Απομονωμένο σήμερα, και κρυμμένο, μπορεί να προσδιορίσει ξανά τη θέση του στη βάση μιας ιστορικής και πολεοδομικής συνέχειας.

Αυτά αφορούν την προς δυσμάς πορεία του ορμητικού «ποταμού». Υπάρχει και η προς βορράν κατεύθυνση. Χωρίς να χρειάζεται να ανατρέξουμε στο αρχικό σχέδιο της Αθήνας του 1834 και τις σχεδιαστικές του υποδείξεις όσον αφορά την οδό Αιόλου και την προς βορράν επέκτασή της, τα βιώματα της καθημερινής ζωής, σήμερα, υποδεικνύουν μια αμεσότητα σύνδεσης της Πανεπιστημίου με το Πολυτεχνείο (το νεοκλασικό κεντρικό συγκρότημα του οποίου πρόσφατα αποκαταστάθηκε υποδειγματικά) και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Όσο και αν φαίνεται αλλόκοτο, το μεν Πολυτεχνείο κατά καιρούς ορισμένοι το έχουν επιβουλευτεί, το δε Μουσείο μοιάζει να ζει μια μοναχική ζωή, σαν να μην είναι ένας κόμβος μιας τεράστιας σε έκταση και σημασία πολιτιστικής συνέχειας.

Υποθέτω ότι, όταν οι προηγούμενες συλλογιστικές, που τείνουν να ισχυροποιήσουν την έννοια του δημόσιου χώρου, ενσωματώνονται σε σχεδιαστικές χειρονομίες (τμήμα των οποίων, και μόνον, μπορεί να είναι η πεζοδρόμηση ενός άξονα κυκλοφορίας), η πρωτεύουσα ωφελείται ως προς δύο κομβικής σημασίας ζητήματα. Το ένα είναι η ισχυροποίηση της πολιτιστικής διάστασης ενός σημαντικού τμήματος του κεντρικού δημόσιου χώρου της Αθήνας και το άλλο είναι η σχετική υπέρβαση που επιχειρείται στον ανεπιθύμητο κοινωνικό διαχωρισμό ανατολικής/δυτικής Αθήνας, με την άρση «ορίων», «στεγανών» περιοχών, και α-συνεχειών.

Δημήτρης Ν. Καρύδης
Αρχιτέκτων Πολεοδόμος, Καθηγητής ΕΜΠ

Ή για να θέσουμε διαφορετικά τα ερωτήματα: Έχουν οι αρχιτέκτονες ρόλο στη δημιουργία του παρόντος και του μέλλοντος της Αθήνας;

Εμπειρικά παρατηρούμε ότι στην Ελλάδα των τελευταίων 50 ετών το μέλλον δεν σχεδιάζεται. Συντίθεται χαοτικά από συνιστώσες ατομικές και ομαδικές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και γεωγραφικές, ποτέ όμως συνειδητά στοχευόμενες από ολόκληρη την κοινωνία. Σε μια τέτοια πραγματικότητα η πολεοδομία μπορεί να εργαστεί μόνο στις παρυφές, βελτιώνοντας μικροπτυχώσεις της πραγματικότητας και όχι τη βασική δομή. Η ευκαιριακή αντιμετώπιση των πραγμάτων διαθέτει και θεωρητική βάση στην αποσύνθεση. Σε μια τόσο γλιστερή πραγματικότητα, χωρίς κουμπιά ελέγχου, αποτελεί ίσως και τη μόνη προφανή στρατηγική.

Σε άλλες εποχές ο ρόλος του αρχιτέκτονα έχει υπάρξει και διαφορετικός. Οραματιστής του απώτερου μέλλοντος, έχει δώσει σώμα και μορφή σε μεγάλες ιδέες. Έχει βοηθήσει με αυτό τον τρόπο στην ευθυγράμμιση θελήσεων και πράξεων. Ο νεοκλασικισμός, ο μοντερνισμός ήταν πολιτικά κινήματα, και όχι μόνο αισθητικές προτάσεις. Η αισθητική υπήρξε ηθική και πολιτική στάση. Πριν από 15 χρόνια η ανάγκη για μεγάλα οράματα για το μέλλον έμοιαζε ξεπερασμένη. Σήμερα είναι εμφανής. Τα βαθιά προβλήματα των πολιτικών και οικονομικών μοντέλων, το επερχόμενο σημείο καμπής του κλίματος, η καταστροφική μόλυνση του πλανήτη, οι νέοι φονταμενταλισμοί, η αμφισβήτηση της δημοκρατίας, όλα αυτά τα τεράστια πανανθρώπινα θέματα ζητούν κάτι παραπάνω από παθητική παρακολούθηση. Δεν λέει οι κοινωνίες να μην έχουν συλλογικούς στόχους, ούτε οι στόχοι αυτοί να καθορίζονται υποσυνείδητα από μηχανισμούς έξω από το σώμα των πολιτών.

Με τα μεγάλα αυτά προβλήματα οι πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές προτάσεις για την Αθήνα δεν έχουν αρχίσει να ασχολούνται σοβαρά. Οι προτάσεις κινούνται ακόμα στη λογική της κατανάλωσης, της προσφοράς ακόμα πιο ευχάριστων εμπειριών ελεύθερου χρόνου. Οι λίγες εξαιρέσεις είναι προς το παρόν δυσδιάκριτες, μεμονωμένες πράξεις σε έρημα τοπία. Κι όμως, ακριβώς αυτή η ανάδειξη των μεγάλων προβλημάτων και οι προτάσεις για την αντιμετώπισή τους είναι που θα καταστήσουν ουσιαστικό το ρόλο της αρχιτεκτονικής.

Ευκαιριακές καθημερινότητες λοιπόν ή μεγάλα οράματα; Αναγκαίος είναι ο συνδυασμός και των δυο στρατηγικών. Συνεχίζουμε να παλεύουμε τις μικρές καθημερινές πραγματικότητες. Πολλές μικροβελτιώσεις μπορούν να έχουν μεγάλο συλλογικό αποτέλεσμα, και τα μαθήματα των μικρών μαχών είναι πολλές φορές καίρια. Και επανερχόμαστε στο ρόλο των οραματιστών του απώτερου μέλλοντος. Για να το πετύχουμε, θα πρέπει να επανακαθορίσουμε την ατομική μας στάση έναντι των συλλογικοτήτων, ξεπερνώντας τους αταβισμούς φατρίας και σιναφιού που χαρακτηρίζουν την κοινωνία μας. Ή χρησιμοποιώντας ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά με θετικό τρόπο, πράγμα που θα πρέπει να οραματιστούν μυαλά πολύ πιο ανοιχτά και εφευρετικά.

Θωμάς Δοξιάδης
Αρχιτέκτων, Αρχιτέκτων Τοπίου

Ο Σταθμός Πελοποννήσου, έργο του Ερνέστου Τσίλερ πηγή: http://athensville.blogspot.com

Ο Σταθμός Πελοποννήσου, έργο του Ερνέστου Τσίλερ
πηγή: http://athensville.blogspot.com

«Οι άλλοι»

Το αθηναϊκό μοντέλο διαβίωσης του ελληνικού μεταπολεμικού «κερδοσκοπισμού», του μεταμοντέρνου αστικού φιλολογικού σχεδιασμού και α(να)συγκρότησης, και του βίαιου και ναρκισσιστικού «απο-δομισμού» που σήμερα ζούμε, επιτέλους, κατέληξε! Σαπίζει λίγο λίγο ως μισοντυμένο κορμί, παρατημένο, άθαφτο, αδιάφορο στους περαστικούς της πόλης.

Είναι το κλέος, το δέος και η ντροπή που φέρνει το μεγαλείο της αθηναϊκής δημοκρατίας, όπως μορφοποιήθηκε με αφόρητα συγκλονιστικό λόγο στην αρχιτεκτονική του Ναού της Παρθένου (Αθηνάς), αυτό που, άλλοτε ως ένοχο μυστικό, γυμνό σώμα που για δεκαετίες κρατούμε φυλακισμένο, ή άλλοτε ως λάγνο πτώμα που εθιστικά μάθαμε να κρυφοκοιτάζουμε από την κλειδαρότρυπα της ιστορίας, με αβάσταχτη συνέπεια και διάρκεια αιωρείται πάνω από τα κεφάλια μας και ως εκτυφλωτικό ρυθμικό σιωπητήριο μας εγκαλεί για όσα δεν μάθαμε, για όσα δεν πράξαμε και κυρίως για όσα δεν συζητήσαμε.

Από την εποχή που οι επαναστάτες της ελληνικής υπαίθρου, μαζί με τους ξενόφερτους νεοκλασικούς οραματιστές, έκτισαν το κέντρο-ιδεολόγημα του νεοελληνικού κράτους γύρω από τον ιστορικό «βράχο», ποτέ άλλοτε οι κάτοικοι αυτού του τόπου δεν θέλησαν να οραματιστούν ξανά το κέντρο τους. Ούτε τώρα το θέλουν.

Γιατί; Εάν η πόλη προϋποθέτει πολίτευμα και το πολίτευμα προϋποθέτει πολίτες, ποιοι είναι πολίτες Αθηναίοι σήμερα, πού συγκεντρώνονται, σε τι πιστεύουν, τι γλώσσα μιλάνε και ποιος τους ακούει;

Εάν στο χωροχρόνο του εθνικο-κρατικού 19ου αι. το ιδεολόγημα της πρωτεύουσας πόλης ήταν το απαραίτητο συστατικό για το νεοσύστατο κράτος, σήμερα, στο πλανητικό αδιέξοδο τοπίο, όπου περιστρεφόμενες ομάδες εφήμερων συμφερόντων σπινάρουν ως σίφουνες δώθε και κείθε τέμνοντας η μια την άλλη, την ίδια στιγμή, η ορατή πραγματικότητα αποχωρίζεται την τρίτη της διάσταση, και ο χωροχρόνος τη πόλης τεμαχίζεται και πολτοποιείται για να διοχετευτεί ως τροφή στο νέο «διαδικτυακό» φαγοπότι.

Η σωματική εμπειρία μεταμορφώνεται σε αυτο-ικανοποιούμενη προφητεία, και τα μοντέλα διαβίωσης πακετάρονται σε προϊόντα με ονομασία προέλευσης και αποκλειστικά δικαιώματα: Λονδίνο – Νέα Υόρκη ως παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα, Σαν Φρανσίσκο – Βοστόνη ως κοιτίδες τεχνολογίας και τράπεζες γνώσης, Σίδνεϊ – Βανκούβερ ως πρότυπα ποιότητας διαβίωσης, Σιγκαπούρη – Σαγκάη ως πύλες για τις νέες τεράστιες αγορές, Κωνσταντινούπολη – Σάο Πάολο – Καλκούτα ως νεανικές διψασμένες και ρωμαλέες μεγα-πόλεις.

Και τώρα, εδώ, σε αυτή την πόλη, εμείς οι «πολίτες» της, αλλά όχι όλοι, ούτε οι μισοί, μερικοί, κάποιοι «άλλοι», κάθε φορά «οι άλλοι», πάντα διαφορετικοί και πάντα διαφοροποιούμενοι, μονάρχες και τύραννοι της μοναξιάς μας, θα αποφασίσουμε για όλους τους «άλλους», αλλά όχι για εμάς!

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν αυτή τη συζήτηση με ένα μικρό, ταπεινό, θεμελιώδες και γενεσιουργό βήμα: οι «άλλοι» είμαστε «εμείς»!

Μιλτιάδης Κατσαρός
Αρχιτέκτων, Λέκτορας ΕΜΠ

re-Think

Σε όλους τους αστικούς πολιτισμούς η Πόλη είναι η πρώτη και αναπόφευκτη αναφορά για την αρχιτεκτονική πράξη. Η Πόλη είναι η πιο ολοκληρωμένη ενσάρκωση της παράδοσης και γι’ αυτόν το λόγο αποτελεί το έσχατο πλαίσιο αναφοράς και θεμελίωσης για κάθε αρχιτεκτονικό νόημα.

Η Πόλη της Αθήνας, ως κυρίαρχη αναφορά, μπορεί ακόμα, παρ’ όλους τους συνεχείς τραυματισμούς της, να στοιχειοθετεί ένα επίπεδο ανάγνωσης που αποκαλύπτει το διαχρονικό της πρόσωπο εμφανίζοντας ταυτόχρονα έστω και με δυσκολία την ιστορική της συνέχεια.

Ένας αρχιτεκτονικός διαγωνισμός όπως το Re-think Athens που έχει ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο, την ανασυγκρότηση δηλαδή του κέντρου της Αθήνας, θα έπρεπε να αναζητά στρατηγικές που έχουν στόχο έναν νέο τρόπο ανάγνωσης του τοπίου της Πόλης που βιώνουμε καθημερινά. Θα έπρεπε στη διακήρυξή του να προτείνει ένα τέτοιο πλαίσιο, όπου κάθε διαγωνιζόμενος θα μπορούσε να διερευνήσει τη δεδομένη πραγματικότητα της Αθήνας με σκοπό να ανακαλύψει σ’ αυτήν εκείνες τις πρωταρχικές αξίες που μετασχηματίζονται στο χρόνο, για να υποστηρίξει έναν συνεπή και πλούσιο σε φαντασία, ριζοσπαστικό επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα του ιστορικού κέντρου μιας σύγχρονης μητρόπολης. Αντίθετα, το ζητούμενο εστιάστηκε σε μια προσπάθεια αναζήτησης μέσω «κάποιων ελκυστικών εικόνων» ενός προτύπου που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως άλλοθι σε μια διαδικασία στείρας σχεδιαστικής απεικόνισης με στόχο τον εξωραϊσμό του κέντρου της Αθήνας.

«Ο πιο συμβολικός άξονας της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους απο-πολιτικοποιείται και κατακερματίζεται σε χώρους “πρασίνου” με στόχο την εξουδετέρωσή του», τόνισε πρόσφατα πολύ εύστοχα ο συνάδελφος Γ. Αίσωπος.

Κρίνοντας από τη μελέτη που βραβεύθηκε, εύκολα θ’ αναρωτηθούμε αν μπορεί ποτέ μια τέτοια απεικόνιση να είναι προϋπόθεση για δημιουργία ή έρχεται εκ των υστέρων ως μηχανισμός αποτύπωσης μιας «σκηνογραφικής» επιθυμίας. Μια «όμορφη» εικόνα της Πόλης θα ’λεγα πως «κατευνάζει» ή και υπνωτίζει ακόμα, μια και η συνοχή της υπαινίσσεται δυστυχώς και τη συνοχή της Πόλης. Πόσο αλήθεια είναι όμως αυτό, όταν με το πέρασμα του χρόνου οι Πόλεις εμφανίζουν μεταλλάξεις στις πολιτιστικές τους δομές, που μοιραία τις παραμορφώνουν έτσι, ώστε η παραδοσιακή τους δομή και εικόνα να είναι με δυσκολία αναγνωρίσιμη; Όσο λοιπόν συμπαγής και να εμφανίζεται μια εικόνα, εύκολα διαπιστώνουμε ότι αυτή δεν ταυτίζεται με τη ζωή της Πόλης την οποία απεικονίζει. Πόσο αληθινή είναι λοιπόν αυτή η Πόλη της οποίας κάποια εικόνα μπορεί να «τέρπει» είναι όμως έξω από τον πραγματικό της χρόνο;

Η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη για το μέλλον της Αθήνας, έστω και με αφορμή τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και την έκθεση των σχεδίων των μελετητών που συμμετείχαν σε αυτόν, πρέπει να ξεκινήσει από το καθοριστικής πια σημασίας ερώτημα: Ποιος διαμορφώνει τον πολιτισμό που παράγεται;

Από την ώρα που η «πολιτιστική παραγωγή» βρίσκεται στα χέρια «διαφόρων φορέων», που, όσο και καλές προθέσεις να έχουν, το αποτέλεσμα δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από ένα «προϊόν» το οποίο ανταποκρίνεται σε πολιτικές που έχουν στόχο να προσφέρουν, πάντα με τη βοήθεια των ΜΜΕ, εικόνες πού τέρπουν το κοινό αίσθημα. Πράσινο και πεζόδρομοι είναι μια συνταγή που για πολλά χρόνια έχει αντικαταστήσει κάθε προβληματισμό για το μέλλον των Πόλεών μας. Βέβαια για αυτή την κατάσταση (σημάδι των καιρών;) υπάρχουν ευθύνες που βαραίνουν όλους μας. Ούτε η πολιτεία (Υπουργείο Πολιτισμού), ούτε οι πανεπιστημιακές σχολές, ούτε βέβαια και ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων κατάφεραν να υπερασπιστούν τον πνευματικό ρόλο, που δικαιωματικά τους ανήκει, όσον αφορά την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού ενός σύγχρονου οράματος για τις Πόλεις μας. Στην περίπτωσή μας, μια επιστημονική και ταυτόχρονα ποιητική ενόραση της αστικής τοπογραφίας της Αθήνας.

Μετά τα πολεοδομικά σχέδια του 1833 και 1834, στη νεότερη ιστορία της τρεις φορές η Αθήνα έχασε την ευκαιρία να οργανωθεί σωστά, γιατί μάλλον «ξανα-σκέφτηκε». Το 1922, με τον επαναπατρισμό των προσφύγων από τη Μ. Ασία, την περίοδο αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και βέβαια το 2004 με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τώρα πάλι «ξανα-σκέφτηκε».

Την επόμενη φορά (ελπίζω να υπάρξει τέτοια) καλό θα ήταν να μην ξανα-σκεφτούμε, απλώς να σκεφτούμε.

Αθανάσιος Σπανομαρίδης
Αρχιτέκτων, Επίκουρος Καθηγητής,
Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστήμιο Πατρών


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην  Περιοδική έκδοση, τεύχος 02, Μάιος 2013