Γράφει η Μαρία Μίχου

Το ερώτηµα του παρόντος τεύχους επανέρχεται στην ίδια την αρχιτεκτονική ως πρακτική που συνθέτει επιµέρους στοιχεία σε ένα πρωτοφανές σχήµα• τα στοιχεία αυτά δεν είναι µόνο υλικές µορφές και άυλες, απτές µε το σώµα, ποιότητες φωτός, σκιάς, µικροκλίµατος, αλλά διέρχονται αλλεπάλληλες αρνήσεις και καταφάσεις, σε µια διαδικασία που δεν είναι απλά επιλεκτική αλλά ποιητική. Η αρχιτεκτονική πράξη, εκκινώντας από µια ορισµένη πρόθεση έκ-θεσης µιας µορφής, συνίσταται στην ταυτόχρονη δράση-θέση µιας δηµιουργού που, καθώς διαχειρίζεται τις σχέσεις µεταξύ των «υλικών» της και τα συναρτά σε κατασκευαστικές δοµές σε ένα συγκεκριµένο τόπο, επεκτείνει τα χαρακτηριστικά τους: η οργανωτική της δράση δεν είναι ταξινοµητική, αλλά παράγει νέες χωρικές ποιότητες. Με αυτή την έννοια, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασµός είναι η πρακτική του αρχιτέκτονα να αρθρώνει µια γλώσσα, η οµιλία ενός κώδικα επικοινωνίας• σηµεία του οποίου είναι υλικά ή άυλα στοιχεία, ενώ η σηµασία τους διαµορφώνεται µέσα από τελεστικές δράσεις κατοίκησης που συµπλέκουν σωµατικό και συµβολικό, αισθητηριακό και πολιτισµικό, ατοµικό και συλλογικό. Ο σχεδιασµός θέτει έτσι τον αρχιτέκτονα ταυτόχρονα στη θέση του δρώντος και του ορώντος, αυτού που φτιάχνει σχέσεις/δοµές ενόσω τις σκέφτεται από απόσταση.

... τα θραύσµατα που ο Δηµήτρης Πικιώνης ενθέτει στην επένδυση του Αγίου Δηµητρίου Λουµπαρδιάρη γίνονται ταυτόχρονα τοίχος και αλληγορίες της πολιτισµικής ελληνικής ιστορίας• η διαδροµή που ο αρχιτέκτονας διαµορφώνει στο Λόφο του Φιλοπάππου φέρνει το σώµα σε κίνηση, παύση, στάση, προσµονή ή ανάπαυση, διαδοχικά εµφανίζει ή αποκρύπτει τη θάλασσα, τη σύγχρονη Αθήνα, την αρχαία ακρόπολή της• δηµιουργεί έτσι το χωρικό πλαίσιο όπου διαµορφώνεται η σχέση ανθρώπου-τόπου µέσω της δράσης του επισκέπτη να στοχάζεται το τοπίο που θεάται, ή να το κατοικεί βαδίζοντας µέσα του...

Η ποιητική διάσταση της αρχιτεκτονικής δεν παύει να συνοδεύει πρακτικές στο περιθώριο του «συµβατικού» κτηριακού ή πολεοδοµικού σχεδιασµού. Σχεδιάζοντας εκπαιδευτικές διαδροµές στην πόλη ή ένα ερευνητικό θέµα στο πλαίσιο πολιτισµικών σπουδών, ο αρχιτέκτονας δεν συλλέγει και παραθέτει απλά πληροφορίες για µια ορισµένη αστική περιοχή. Στο ρόλο της παιδαγωγού για φοιτητές του εξωτερικού, η γηγενής αρχιτέκτονας διαγράφει αφηγηµατικές διαδροµές µε σκοπό οι επισκέπτες να προσεγγίσουν περιοχές πέρα από το τουριστικό κέντρο και να αντιληφθούν αστικές επικράτειες ως χωρικές εκφάνσεις της «νεο-ελληνικής» πολιτισµικής ταυτότητας. Οι αφηγήσεις των διαδροµών δοµούνται από χωρικά αντικείµενα ως σηµαίνοντα ίχνη κοινωνικο-ιστορικών φαινοµένων ή γεγονότων και συναρθρώνονται γύρω από µια κοινή ποιότητα: η Καισαριανή ως δείγµα ανάπτυξης της µαζικής κοινωνικής/εργολαβικής/ιδιωτικής πολυκατοικίας στη µεσοπολεµική Ελλάδα µέχρι σήµερα• αλλά και εξαιρετικό παράδειγµα του δηµόσιου ως µεταβατικού χώρου στην προσφυγική γειτονιά σε ειρηνικές και πολεµικές περιόδους της νεότερης ιστορίας. Η βιωµατική περιήγηση –η συζήτηση και οι ασκήσεις σχολιασµού που συνοδεύουν το µάθηµα– καλεί προσωρινούς κατοίκους της Αθήνας ταυτόχρονα να παρατηρήσουν στοχαστικά την πόλη ως παλίµψηστο κοινωνικών δράσεων και να τη βιώσουν µέσα από αισθητηριακά ερεθίσµατα που λαµβάνει το σώµα την άχρονη στιγµή της εµπειρίας. Η εκπαιδευτική λειτουργία της διαδροµής αντλεί από την αφήγηση, ενώ εντοπίζεται στο βίωµα: εάν κάθε γλωσσική εκφορά προϋποθέτει την αναδροµική σκοπιά που συλλαµβάνει το πραγµατικό ως είδος θανάτου, η σύνδεση πληροφορίας και τόπου µέσα από τη φυσική παρουσία ανοίγει πεδία συγκρισιµότητας µεταξύ γνώριµου και άγνωστου. Η πόλη εµφανίζεται ως διαρκώς ξένη και οικεία, σε µια διαδικασία που, επισηµαίνοντας µε ρητό τρόπο άρρητα στοιχεία του δοµηµένου περιβάλλοντος, δείχνει πώς αυτά εκδηλώνουν πολιτισµικά πρότυπα, οριοθετούν συµπεριφορές, έξεις και συµβάσεις• η «διδασκαλία» προσκαλεί επισκέπτες και παιδαγωγό να αναρωτηθούν πώς πολιτισµικοί κώδικες εγγράφονται στο σώµα, στη γλώσσα, στην αντίληψη εαυτού και άλλου, κατασκευάζοντας έτσι ένα ουσιαστικό πλαίσιο δια-πολιτισµικής επίγνωσης.

/var/www/wp content/uploads/2015/10/pe16 maria michou2

Αντίστοιχα, η µελέτη της πόλης ως σηµαίνοντος πεδίου στο πλαίσιο ερευνητικών εργασιών καλούν την αρχιτέκτονα φοιτήτρια να παρατηρήσει τον αστικό χώρο σε δύο επίπεδα, «γράφοντας» ξανά τις σχέσεις χωρικών αντικειµένων ή συνόλων: τα ευρήµατα της ιστορικο-κοινωνικής λειτουργίας τους ταυτόχρονα συγκροτούν το ερώτηµα και καθορίζουν ταξινοµήσεις του υλικού – η γραφή της εργασίας περνά από την παρατήρηση του χώρου στη θεωρητική αναγνώριση και περιγραφή του ως «τάξης», οργάνωσης σε σχέση µε την ερευνητική υπόθεση. Τα χωρικά σηµεία αποκτούν ταυτόχρονα κυριολεκτική και µεταφορική σηµασία, ως πραγµατικά παραδείγµατα που, τεκµηριώνοντας τις θεωρητικές κατευθύνσεις της µελέτης, «αναπαριστούν» ευρύτερες έννοιες: π.χ. στα Εξάρχεια οι οριοθετήσεις καθαρού-βρόµικου σε σχέση µε έννοιες ιερού-βέβηλου και ταυτότητες εαυτού-άλλου. Η αµφίδροµη κίνηση από απτό σε ιδεατό σηµαίνει την αµφισβήτηση του ήδη οικείου: εκκινώντας από την πρόθεση να ασχοληθεί µε κάτι ανεξερεύνητο, η φοιτήτρια αναστοχάζεται τη σηµασία του βιωµατικού ακριβώς επειχειρώντας να το συσχετίσει µε τον επίκαιρο λόγο της θεωρίας. Μεταξύ επιτόπιας, αρχειακής και θεωρητικής έρευνας, όπως και στις αφηγηµατικές διαδροµές, ο αρχιτέκτονας διαχειρίζεται συµβάσεις µνήµης, διατήρησης, λήθης, απώθησης, δηλαδή διακρίνει όσα θα γίνουν «ορατά» ή θα παραµείνουν «αόρατα», στο κέντρο, στο περιθώριο ή εκτός του πολιτισµικού λόγου. Η αφηγηµατικότητα που χαρακτηρίζει την παιδαγωγική και την ερευνητική πρακτική γίνεται δηµιουργική πράξη αρχιτεκτονικής επειδή αναγνωρίζει στην πόλη ως διαρκή µεταβολή τον ίδιο τον πολιτικό άνθρωπο: όχι επειδή παρακολουθεί το χώρο να αλλάζει, αλλά επειδή αµφισβητεί και κατασκευάζει από την αρχή τα πλαίσια σκέψης και κατοίκησης που αποδίδουν νόηµα στην πόλη ως καθηµερινό κοινό τ(ρ)όπο ανήκειν.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Περιοδική έκδοση "αρχιτέκτονες", τεύχος 16, Οκτώβριος 2015