Το ελληνικό περίπτερο στην 11η Biennale Αρχιτεκτονικής, φωτ: αρχείο Α. Καρανδεινού

γράφει η Αναστασία Καρανδεινού

Η Αναστασία Καρανδεινού μαζί με τους Χριστίνα Αχτύπη και Στέλιο Γιαμαρέλο ήταν επίτροποι της ελληνικής συμμετοχής «Athens by Sound» στην 11η Biennale «Out There: Architecture Beyond Building»

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα βρίσκω τον τρόπο με τον οποίο ο ΣΑΔΑΣ έχει θέσει τη θεματολογία της συγκεκριμένης συζήτησης – το πρίσμα υπό το οποίο εξετάζονται οι τελευταίες δέκα εθνικές συμμετοχές. Εκτός από την παρουσίαση της κάθε πρότασης, τίθεται παράλληλα το εξής ερώτημα: πώς πραγματεύεται η κάθε πρόταση το πεδίο ερωτημάτων και συζητήσεων που συμβαίνουν τη δεδομένη χρονική στιγμή στον διεθνή χώρο; Τι θέση παίρνει η ελληνική συμμετοχή στον εκάστοτε αρχιτεκτονικό διάλογο; Το ίδιο το θέμα της κάθε Biennale, όπως αυτό ορίζεται από τον γενικό επιμελητή της –παρότι σχετικά γενικό και ανοιχτό σε ερμηνείες–, εκφράζει πάντα ορισμένα από τα κεντρικά αρχιτεκτονικά θέματα και ερωτήματα της κάθε περιόδου. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι το θέμα «Out There: Architecture Beyond Building» προτάθηκε από τον Aaron Betsky το 2008 (και όχι για παράδειγμα το 1981). Δεν θεωρώ τυχαίο ότι με πολύ μικρή χρονική απόκλιση εμφανίστηκαν τα παρακάτω βιβλία, τα οποία πραγματεύονται έννοιες ιδιαίτερα σχετικές με το θέμα που όρισε ο Betsky για την 11η Biennale Αρχιτεκτονικής: J. Hill, «Immaterial Architecture» (2006), A. Barbara et al., «Invisible Architecture» (2007), A. Aymonimo et al., «Un-volumetric Architecture» (2006), K.L. Thomas, «Material Matters» (2006), T. Tierney, «Abstract Space» (2007), R. Coyne, «The Tuning of Place» (2010), J. Till, «Architecture Depends», και G. Flachbart et al., «Disappearing Architecture» (2005). Ορισμένα από τα παραπάνω κείμενα αναφέρoνται στον υβριδικό «χώρο» της καθημερινότητας, τον οποίο δημιουργούν τα φορητά ψηφιακά μέσα, ανατρέποντας τον παραδοσιακό τρόπο αντίληψης του χώρου και του ρόλου του αρχιτέκτονα. Άλλα κείμενα και έρευνες εστιάζονται στην πολιτική διάσταση της έννοιας του πέραν-του-υλικού: εξετάζουν την επίπτωση της κατασκευής ενός κτηρίου όχι μόνο μέσω της ανάλυσης του ίδιου του κτηρίου και του τρόπου με τον οποίο κατοικείται, αλλά εξετάζοντας και τις ευρύτερες πολιτικές επιπτώσεις της διαδικασίας κατασκευής του. Για παράδειγμα, από πού μεταφέρθηκαν τα υλικά κατασκευής, ποιες οικονομίες ενισχύθηκαν, σε ποια μέρη του κόσμου εργάστηκαν άνθρωποι και υπό ποιες συνθήκες για την κατασκευή και μεταφορά των πρώτων υλών; Η κατασκευή κάθε αντικειμένου ή κτηρίου εμπεριέχει σειρά πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες ενεργοποιούν ένα δίκτυο οικονομιών και οι οποίες μένουν κατά μία έννοια μη-ορατές στο τελικό αποτέλεσμα. Άλλες έρευνες, όπως του Richard Coyne, επαναπροσδιορίζουν τη σχέση αισθαντικότητας και τεχνολογίας.
Αναφέρω ενδεικτικά τα παραπάνω βιβλία και πεδία συζήτησης, τα οποία εκφράζουν ένα μικρό τμήμα του διεθνούς διαλόγου εκείνης της χρονικής περιόδου σε σχέση με το πέραν του κτισμένου, το εφήμερο και το ρόλο του στην αρχιτεκτονική σκέψη, το αισθαντικό, το ψηφιακό, το μη αναπαραστάσιμο.
Εκτός από τα παραπάνω βιβλία, την ίδια εποχή διοργανώθηκε το γνωστό διεθνές συνέδριο στην Γκρενόμπλ με θέμα «Building Atmosphere» (2008), το οποίο πρόσφερε μια νέα, σύγχρονη διάσταση και επανερμηνεία στο έργο των καταστασιακών θεωρητικών και αρχιτεκτόνων, υπό το πρίσμα των νέων τεχνολογιών. Το γνωστό περιοδικό «AD» («Architectural Design») εξέδωσε το 2008 ειδικό τεύχος αφιερωμένο στην έννοια της ατμόσφαιρας και του εφήμερου με επιμελήτρια την J. Preston, και την ίδια χρονιά το επίσης πολύ γνωστό ακαδημαϊκό περιοδικό «JAE» («Journal of Architectural Education») είχε ως θέμα ειδικής έκδοσης το «Immateriality in Architecture». Παράλληλα, το 2008 διοργανώθηκε στο Βερολίνο το πρώτο Tuned City Festival, το οποίο πραγματεύεται μέσω πειραματικών projects τη σχέση ήχου και αστικών τοπίων.

Απόψεις από την έκθεση «Athens by Sound» στην 11η Biennale Αρχιτεκτονικής φωτ: αρχείο Α. Καρανδεινού

Απόψεις από την έκθεση «Athens by Sound» στην 11η Biennale Αρχιτεκτονικής, φωτ: αρχείο Α. Καρανδεινού

Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η διοργάνωση της Biennale της Βενετίας πιάνει τον παλμό ορισμένων καίριων συζητήσεων και προβληματισμών, και καλεί τους συμμετέχοντες να λάβουν μέρος στον διεθνή αυτό διάλογο.
Η κάθε εθνική συμμετοχή παίρνει θέση στον διεθνή διάλογο δίνοντας απαντήσεις και θέτοντας περαιτέρω ερωτήματα. Η εγκατάσταση «Athens by Sound» εστιάζεται στις αισθήσεις πέραν του οπτικού και με χρήση σύγχρονων ψηφιακών μέσων δημιουργεί έναν διαδραστικό ηχητικό χάρτη της πόλης. Το μόνιμο, σταθερό, οπτικό, «γυαλιστερό» στοιχείο της αρχιτεκτονικής δίνει για λίγο τη θέση του στο αόρατο, άυλο, εφήμερο, φευγαλέο, αισθαντικό. Η πράξη αυτή ερμηνεύθηκε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: ως σχόλιο στο αρχιτεκτονικό «star system», ως ένα βιωματικό φαινομενολογικό παιχνίδι, ως ένας ακραίος πειραματισμός στα όρια του πεδίου της αρχιτεκτονικής. Σε αυτές τις ερμηνείες θα πρόσθετα ορισμένες ακόμη σκέψεις:
The Biennale 2008 did not take place. Παραφράζω σκόπιμα τον Baudrillard. Αν κάποιος δεν ήταν εκεί, να βρεθεί μέσα στην εγκατάσταση, δεν μπορεί να έχει «εικόνα»/αίσθηση της συγκεκριμένης εμπειρίας. Η εμπειρία δεν μπορεί να φωτογραφηθεί. Άλλες φορές, αρχιτεκτονικά έργα αποκτούν μυθική διάσταση λόγω ακριβώς της απόστασης και του πλαισίου που δημιουργεί η εμπειρία της εικονικής τους παρουσίας.
Στη συγκεκριμένη εγκατάσταση, η παρουσία και κίνηση του επισκέπτη δημιουργούσε ουσιαστικά το χώρο γύρω του. Το διαδραστικό σύστημα (σχεδιασμένο με βάση υπέρυθρες κάμερες και προγραμματισμένο σε Max/MSP) ενεργοποιούνταν με την κίνηση των επισκεπτών σε συγκεκριμένα σημεία του χώρου. Ο χώρος του περιπτέρου είχε χαρτογραφηθεί με βάση το χάρτη της Αθήνας. Κάθε περιοχή του χώρου αντιστοιχούσε σε μια συγκεκριμένη περιοχή της πόλης. Η κίνηση του επισκέπτη σε κάθε περιοχή του περιπτέρου ενεργοποιούσε το αντίστοιχο βίντεο δίπλα του, και άναβε το αντίστοιχο τμήμα του τοίχου-χάρτη της Αθήνας. Όταν ο χώρος γέμιζε με επισκέπτες, περισσότερες οθόνες, ήχοι και τμήματα του χάρτη άναβαν/ξεκινούσαν να παίζουν. Όσο περισσότεροι επισκέπτες τόσο πιο θορυβώδης και φωτεινός ο χώρος – όταν άδειαζε ο χώρος, γινόταν αυτομάτως σκοτεινός και ήσυχος. (Bίντεο: Intothepill platform, σχεδιασμός ήχου: Movement Studio σε συνεργασία με τον Βαγγέλη Λυμπουρίδη, διαδραστικό σύστημα: 2monochannels.)
Ψηφιακό vs αισθαντικό: Οι δύο έννοιες συχνά εμφανίζονται σε αυτή την αντιθετική/διπολική σχέση. Τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο όσο και στην ποπ κουλτούρα των τελευταίων δεκαετιών το ψηφιακό/ηλεκτρονικό παρουσιάζεται ως ο αντίποδας του «άμεσου», «πραγματικού», απτού, αισθαντικού. Τα τελευταία χρόνια, στις σχετικές συζητήσεις, αυτή η διπολική σχέση αμβλύνεται – και συχνά το ψηφιακό εντείνει την ίδια την άμεση αισθαντική εμπειρία. Η εγκατάσταση πραγματεύεται την ανατροπή του παραπάνω διπόλου. Η τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργήσει την ίδια τη διαδραστική αισθαντική εμπειρία και να φέρει στο περίπτερο στοιχεία ενός άλλου χώρου με τρόπο πέραν του οπτικού.
pe12-13_Athens by Sound_ other photos_17
Χρήση vs αντίληψη: «Buildings are appropriated in a twofold manner: by use and by perception – or rather, by touch and sight. Such appropriation cannot be understood in terms of the attentive concentration of a tourist before a famous building. On the tactile side there is no counterpart to contemplation on the optical side. Tactile appropriation is accomplished not so much by attention as by habit. As regards architecture, habit determines to a large extent even optical reception. The latter, too, occurs much less through rapt attention than by noticing the object in incidental fashion. […] The distracted person, too, can form habits.»1
Η αρχιτεκτονική έχει πολιτικές προεκτάσεις όχι μόνο μέσω μεγάλων χειρονομιών και μνημειωδών επιτευγμάτων, αλλά και μέσω μικρών καθημερινών λεπτομερειών. Η εγκατάσταση «Athens by Sound» φέρνει στην επιφάνεια θραύσματα της ατμόσφαιρας της πόλης μέσω ηχητικών αποσπασμάτων. Μικρές καθημερινές λεπτομέρειες συν-αποτελούν στοιχεία της ατμόσφαιρας μιας πόλης – στοιχεία τα οποία συχνά είναι πέρα από τον έλεγχο του αρχιτέκτονα. Η έννοια της ατμόσφαιρας στην αρχιτεκτονική, όπως ο Mark Wigley περιγράφει, ενέχει αυτήν ακριβώς την αντίφαση: την τάση του αρχιτέκτονα να καταπιάνεται ερευνητικά και να πειραματίζεται με πτυχές του χώρου οι οποίες σχεδόν διαφεύγουν την αναλυτική μέθοδο και την καθιερωμένη αρχιτεκτονική γλώσσα.
Η έννοια του χρόνου, της χρονικότητας και μεταβλητότητας, είναι κυρίαρχη στην πρόταση «Athens by Sound». Αν ακολουθούσαμε τον αποδομητικό τρόπο σκέψης του Derrida, θα λέγαμε ότι η χρονικότητα είναι η έννοια που αποδομεί το δίπολο του ψηφιακού vs αισθαντικού και της χρήσης vs αντίληψης. Η σύγχρονη τεχνολογία μάς επιτρέπει να καταγράφουμε με σχετικά απλά και καθημερινά ψηφιακά μέσα ήχους και βίντεο. Μας επιτρέπει να καταγράφουμε, να επεξεργαζόμαστε και να αναπαριστούμε θραύσματα της εμπειρίας της πόλης τα οποία έχουν διάρκεια – και τα οποία αναφέρονται και σε αισθήσεις πέραν του οπτικού. Παρομοίως, στο χώρο της εγκατάστασης του «Athens by Sound» η σημασία της έννοιας του χρόνου είναι εμφανής. Το πεδίο ήχων αλλάζει κάθε στιγμή με την πάροδο του χρόνου και σε συνάρτηση με την κίνηση των επισκεπτών. Η αισθαντική αυτή εμπειρία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διάσταση του χρόνου. Η κίνηση του επισκέπτη ενεργοποιεί το χώρο γύρω του και αναδημιουργεί ηχητικά στιγμές της Αθήνας. Οι επισκέπτες με την κίνησή τους στο χώρο κινούν τις πυκνές κατακόρυφες οπτικές ίνες. Με αυτόν τον τρόπο το πέρασμα του κάθε επισκέπτη αποτυπώνεται για ένα μικρό χρονικό διάστημα ως ταλάντωση των φωτεινών οπτικών ινών.
Μέσω της πρότασης αυτής θεωρώ ότι ανοίγουμε το διάλογο σε σχέση με το πως η τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο όχι μόνο σχεδιασμού, αλλά και σκέψης. Το κάθε διαφορετικό μέσο επιτρέπει διαφορετικές αναγνώσεις του χώρου και διαφορετικές δράσεις σε σχέση με αυτόν. Συγκεκριμένες εφαρμογές των σύγχρονων μέσων μάς επιτρέπουν να διαχειριστούμε την έννοια του χρόνου, της αισθαντικότητας, του ακουστικού και της διάδρασης με τρόπους αδύνατους στο παρελθόν.
Τα παραπάνω παρουσιάζουν εν συντομία τη θέση της πρότασης «Athens by Sound» απέναντι στο πεδίο των αρχιτεκτονικών συζητήσεων του 2008 – από τις οποίες προφανώς πηγάζει και το κεντρικό θέμα της Biennale όπως το περιγράφει ο Betsky, με τον προκλητικό τίτλο «Out There: Architecture Beyond Building».
pe12-13_ABS_catalogue-78 pe12-13_ABS_catalogue-79
Σελίδες από τον κατάλογο της έκθεσης «Athens by Sound»

Τελειώνοντας θα ήθελα για άλλη μια φορά να ευχαριστήσω θερμά όλους του συντελεστές χάρη στους οποίους πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση «Athens by Sound». Θερμές ευχαριστίες οφείλω εκ μέρους και των συνεπιμελητών στην ενθουσιώδη 30μελή ομάδα του «Athens by Sound» (αναλυτικά credits ακολουθούν), στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο Ελληνικό Προξενείο και στο Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, στην επιτροπή επιλογής της εθνικής συμμετοχής για το τόσο δύσκολο και υπεύθυνο έργο τους κάθε χρονιά, και στους αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες και καθηγητές που συνέβαλαν με γόνιμες συζητήσεις και με την ενθουσιώδη συμμετοχή τους στον κατάλογο της έκθεσης. Θα ήθελα να ευχαριστήσω επίσης θερμά το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και ιδιαίτερα τον καθηγητή Richard Coyne για τη συνεχή υποστήριξή του σε όλη τη διάρκεια της σχετικής έρευνας και μελέτης, και τον Dr Martin Parker για την εξαιρετική καθοδήγησή του σε θέματα ψηφιακών και διαδραστικών τεχνολογιών.
Τα σχόλιά σας, όπως πάντα, όσο πιο προκλητικά και κριτικά, τόσο πιο ευπρόσδεκτα! Ο ρόλος των αντίστοιχων εκθέσεων και διοργανώσεων είναι να ανοίξουν πεδίο για εκρηκτικές και γόνιμες αντιπαραθέσεις και συζητήσεις σε σχέση με καίρια κάθε φορά ερωτήματα.

Σημείωση
1. Walter Benjamin, «The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction», στο Illuminations, επιμ. Hannah Arendt (Λονδίνο: Fontana, 1992), σ. 233.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην περιοδική έκδοση "αρχιτέκτονες", τεύχος 12/13, Μάιος-Ιούνιος 2014