γράφει η Ελένη Βαφειάδου

Αφετηρία αυτού του άρθρου είναι ο προβληματισμός σε σχέση με τον ΚΕΝΑΚ, όπως διαμορφώθηκε στην Ελλάδα, κυρίως ως μηχανική μεταφορά προτύπων κελυφών που απευθύνονται σε βόρεια κλίματα, αντί για την προσαρμογή των βιοκλιματικών –φιλικών προς το περιβάλλον– αρχών στο μεσογειακό κλίμα. Πράγματι, αν θεωρηθεί πως μια κριτική στον ΚΕΝΑΚ, που έγινε στην αρχή της υποχρεωτικής εφαρμογής του, ήταν πρώιμη ή βιαστική, τα ίδια ζητήματα εξακολουθούν να υπάρχουν. Αντίθετα, ο ίδιος ο κανονισμός δεν έχει ακόμα ανανεωθεί από την αρχική του εφαρμογή τόσα χρόνια μετά! Επίσης αφετηρία αποτελεί η διαπίστωση πως είτε με ΓΟΚ είτε με ΝΟΚ μια λιγότερο ενεργοβόρα αρχιτεκτονική όχι μόνο δεν έχει επιτευχθεί, αλλά ούτε καν έχουν μπει τα θεμέλιά της, παρά γίνονται επικλήσεις σε αυτήν.

Σκοπός είναι να διερευνηθεί εάν είναι εφικτό να «περάσουν» βιοκλιματικές αρχές στο σχεδιασμό οργανωμένα και αποτελεσματικά με τρόπο καθολικό. Δηλαδή μέσα από κανονιστικά πλαίσια όπως αυτό του ΓΟΚ, ώστε η «βιοκλιματικότητα» ενός κτηρίου να μην επαφίεται αποκλειστικά στην καλή θέληση του χρήστη ή του μελετητή, ούτε να εξαντλείται στην επιλογή «ενεργειακών» κουφωμάτων και ενός καλού λέβητα, όπως ουσιαστικά «προτείνει» ο ΚΕΝΑΚ. Συγκεκριμένα, θα παρουσιαστεί μια πιθανή μεθοδολογία/εργασία που αφορά ένα κομμάτι του σχεδιασμού, την επεξεργασία των όψεων, με σκοπό την αποφυγή υπερθέρμανσής τους το καλοκαίρι.

Καταρχάς είναι δόκιμη μέθοδος να μπαίνουν περιοριστικοί όροι που να καθορίζουν την αρχιτεκτονική σύνθεση, και δη στην όψη; Η ιστορία του ΓΟΚ δίνει μια πρώτη απάντηση, μιας και από το 1923 θεσπίζονται κανόνες που αφορούν την πρόσοψη και που ουσιαστικά συνεχίζουν να υπάρχουν στους διάφορους ΓΟΚ μέχρι αυτόν του ’85.

pe07_eikona 22

Βέβαια τότε οι κανόνες ήταν αισθητικοί. Θα μπορούσε να υπάρξει κάτι αντίστοιχο, όπου όμως το αισθητικό κριτήριο θα αντικαθίσταται από το βιοκλιματικό; Οπωσδήποτε υπάρχουν παθητικές τεχνικές βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής, οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν άμεσα. Αυτό ωστόσο ίσως θα σήμαινε τον περιορισμό της αρχιτεκτονικής έκφρασης και του πλούτου σε μια επιλογή έτοιμων λύσεων. Αρκετά ανελαστική λύση, ειδικά στις μέρες μας, που η «ελευθερία» αρχιτεκτονικής έκφρασης είναι ένα δύσκολα αμφισβητήσιμο δικαίωμα, αν και μάλλον αποτελεσματική από βιοκλιματικής πλευράς.

Η ελευθερία αυτή βέβαια καταστρατηγείται διαρκώς από την πίεση για εξάντληση της δόμησης, την ευκολία στην κατασκευή κ.λπ. Πιέσεις γνωστές, που δημιούργησαν την εικόνα των σύγχρονων ελληνικών πόλεων.

Ωστόσο η ελευθερία αυτή υπάρχει σαν αξία ανεξάρτητα από το αν εφαρμόζεται στην πράξη ή όχι, ακόμα και στην εποχή της κρίσης, που τέτοια προβλήματα ακούγονται να βγαίνουν από τα ανάκτορα των Βερσαλιών. Είναι οπωσδήποτε ένα ζήτημα ανοιχτό το αν η αρχιτεκτονική κοινότητα δέχεται αξιακά περιορισμούς στην έκφρασή της, όπως δεχόταν τη δεκαετία του ’40 και του ’50, ακόμα κι αν αυτοί δεν έχουν να κάνουν με έναν αισθητικό πατερναλισμό αλλά με το ρεαλιστικό πρόβλημα του εξορθολογισμού του σχεδιασμού και της εισαγωγής της μελέτης της θερμικής άνεσης ως αρχιτεκτονικού προβλήματος. Αν απαντήσουμε θετικά, ότι όντως πρέπει η σύγχρονη αρχιτεκτονική να μπει σε ένα ορισμένο καλούπι προκειμένου να ικανοποιήσει τις σύγχρονες απαιτήσεις εξοικονόμησης ενέργειας, φτάνουμε στο ζήτημα του τι θα αφορά αυτό το καλούπι και από ποια διαδικασία θα προκύψει. Έχοντας την αρνητική εμπειρία της αντιεπιστημονικής προσέγγισης του ελληνικού ΚΕΝΑΚ, σχεδόν ό,τι και να προταθεί θα είναι πιο ορθολογικό.

pe07_EIKONA 3

Εξετάζοντας τα στοιχεία της όψης, όπως θέσαμε, προκύπτει το θέμα ανάπτυξης μιας μεθοδολογίας. Πρώτο πράγμα είναι η αξιολόγηση της ενεργειακής απόδοσης των όψεων του υπάρχοντος κτηριακού όγκου στην Ελλάδα, προκειμένου να βγουν συμπεράσματα για το σύνολο των μορφολογικών στοιχείων που κωδικοποιούνται μέσω ενός ΓΟΚ.

Στη συνέχεια θα μπορούσαν να απομονωθούν τα επιμέρους στοιχεία, να κατηγοριοποιηθούν (π.χ. σκιασμός δυτικών ανοιγμάτων κατοικίας) και να συντεθούν εκ νέου σε έναν νέο ΓΟΚ ή κτηριοδομικό κανονισμό για την κάθε κατηγορία. Πρόκειται για μια σύνθετη αλλά εφικτή διαδικασία, που οφείλει να εξετάσει ξεχωριστά τα μορφολογικά στοιχεία ανά προσανατολισμό και ενδεχομένως ανά χρήση (σε ένα κτήριο γραφείων δεν θέλουμε να μπαίνουν οι οριζόντιες ακτίνες του ήλιου καθ’ όλη τη χρονιά, λόγω θάμβωσης, ενώ, σε μια κατοικία, το χειμώνα το θέλουμε και το καλοκαίρι όχι).

Η ενεργειακή απόδοση της όψης, από τη στιγμή που τη θεωρούμε δείκτη και εργαλείο κατάλληλου σχεδιασμού, εξαρτάται χοντρικά από δύο παράγοντες: α) από το υλικό της και β) από τον ήλιο που δέχεται πάνω της. Με το υλικό της (τα U-value) ασχολείται ο ΚΕΝΑΚ, οπότε δεν θα ασχοληθούμε εδώ. Αυτός λοιπόν ο ήλιος έχει ένταση και προσανατολισμό, δηλαδή γεωμετρία, που διαφοροποιούνται στο χρόνο με τρόπο γενικά γνωστό εδώ και χιλιετηρίδες. Επομένως, μπορούν να υπολογιστούν, π.χ., τα μέγιστα μεγέθη προσπίπτουσας ηλιακής ακτινοβολίας για το καλοκαίρι για μια στάνταρ όψη συγκεκριμένου προσανατολισμού. Κατόπιν μπορούν να καθοριστούν τα μέγιστα επιτρεπτά όρια αυτής της ενέργειας. Αυτό το κρίσιμο σημείο μπορεί να προσδιοριστεί και από το ετήσιο διάγραμμα μέσης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να καταδειχθεί σε ποιες περιόδους έχουμε μέγιστη κατανάλωση, δηλαδή υπερθέρμανση του κτηρίου. Εφόσον εντοπιστεί η χρονική περίοδος στη διάρκεια της οποίας θέλουμε να προστατεύσουμε το κτήριο από την υπερθέρμανση, μπορούμε να προχωρήσουμε σε καθορισμό των ανεπιθύμητων γωνιών του ήλιου ανά προσανατολισμό.

pe07_ΕΙΚΟΝΑ 5-horz

Με αυτό τον τρόπο δεν έχουμε πια αξιολογήσει την έτοιμη λύση ενός στάνταρ μορφολογικού στοιχείου, π.χ. τις διαστάσεις ενός εξώστη, αλλά έχουν αποκλειστεί γωνίες ήλιου που θεωρούμε ανεπιθύμητες για μια συγκεκριμένη χρήση και προσανατολισμό όψης. Οι γωνίες «ηλιακού αποκλεισμού» θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα αρχικό σχήμα του απαραίτητου σκιασμού, το οποίο θα οδηγήσει με τη σειρά του στο σχεδιασμό, π.χ., εξειδικευμένων πλαισίων και σκιάστρων ανοιγμάτων ή εξωστών. Έτσι θα προέκυπτε ένας σχεδιασμός που θα ανταποκρίνεται στις περιβαλλοντικές παραμέτρους και τις ενεργειακές απαιτήσεις, θα είναι εξειδικευμένος και όχι αλά καρτ, αλλά θα βασίζεται σε κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχεδιασμού (guidelines). Προφανώς μιλάμε για έναν μελετημένο και ουσιαστικό ΓΟΚ και για αναβαθμισμένες αρχιτεκτονικές μελέτες. Έναν ΓΟΚ που θα διαφοροποιείται ανάλογα με το εύκρατο κλίμα της Ελλάδας.

Προφανώς στο άρθρο αυτό δεν μπορεί να εξαντληθεί ένα τέτοιο θέμα, όπως δεν εξαντλείται στις προσχηματικές διαβουλεύσεις του opengov. Αλλά ήταν σημαντικό μέσα από ένα συγκεκριμένο πρόβλημα να φανεί πως τα πράγματα δεν χρειάζεται να είναι μόνο έτσι. Να αρκεστούμε με τα αυθαίρετα, με τα ενεργειακά πιστοποιητικά ή με τις υπογραφές στους παραδοσιακούς οικισμούς. Υπάρχει πεδίο διεκδίκησης της ουσίας σε κάθε νόμο, που δεν έχει να κάνει με «μικροβελτιώσεις» τους. Αρκεί να βάλουμε κάτω τις γνώσεις μας και το υποκείμενο από το οποίο προερχόμαστε και το οποίο υπηρετούμε, την κοινωνία.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην  Περιοδική έκδοση "αρχιτέκτονες", τεύχος 07, Νοέμβριος 2013