γράφουν οι Ακριβή Αναγνωστάκη
και Αλέξανδρος Κλειδωνάς

Όποτε διατυπώνεται ο όρος συμμετοχικός σχεδιασμός, το σύνηθες είναι η σκέψη να κατευθύνεται είτε προς το αντικείμενο δεκαετιών επισταμένης έρευνας σε μεθόδους σχεδιασμού, κάτι που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά από τη δεκαετία του 1960 στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, είτε προς τις προσπάθειες διαχείρισης της οικιστικής παραγωγής στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου τα κοινωνικά προβλήματα είναι μεγάλα και η κρατική μέριμνα μικρή.

O συμμετοχικός σχεδιασμός δεν μπορεί να οριστεί μονοδιάστατα ή με τρόπο απόλυτο. Κατ’ αρχήν, για να έχει νόημα και αξία η συμμετοχή χρειάζεται να είναι όσο το δυνατόν πιο ευρεία και αντιπροσωπευτική και να αφορά σε θέματα, τα οποία επηρεάζουν ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Έτσι, ο συμμετοχικός σχεδιασμός μπορεί να σχετίζεται με το περιβάλλον, τη χωροταξία, την πολεοδομία, τον αστικό σχεδιασμό. Επίσης, μπορεί να συμπεριλαμβάνει άπαντες: την Πολιτεία, που ελέγχει τα θεσμικά μέσα· τους ειδικούς, που διαθέτουν επιστημονική γνώση και τη θέτουν στην υπηρεσία του κοινού συμφέροντος· τους πολίτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν προβλήματα και αναζητούν λύσεις. Όμως, τα επίπεδα, ο τρόπος και ο βαθμός συμμετοχής αλλά και οι ρόλοι, τους οποίους αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες, είναι πολλών και ποικίλων τύπων και μορφών.

Στη χειρότερη περίπτωση, οι σχετικές διεργασίες περιορίζονται σε μια πιο παθητική συμμετοχή, όπου οι προτάσεις των πολιτών δεν είναι δεσμευτικές για τις τελικές αποφάσεις, οπότε έχουμε να κάνουμε με μια περιορισμένη ομαδική διαδικασία, η οποία οργανώνεται και διεξάγεται από πάνω προς τα κάτω. Στην καλύτερη περίπτωση, η κοινή δράση ή / και η ταύτιση των φορέων πραγματοποίησης ενός έργου και των ανθρώπων, που πρόκειται να το χρησιμοποιήσουν, έχει ένα αποτέλεσμα, το οποίο όλοι σχεδόν έχουν συνδιαμορφώσει και για το οποίο οι περισσότεροι νιώθουν ικανοποιημένοι καθώς πρόκειται για μια συμμετοχική διαδικασία οργανωμένη και εκτελεσμένη από κάτω προς τα πάνω.

Στην Ελλάδα, αν και υπήρξε μια προσπάθεια από το κράτος να ανοίξουν ορισμένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων με σημαντικότερο παράδειγμα τη χωρίς αποτέλεσμα θέσπιση των Πολεοδομικών Επιτροπών Γειτονιάς (άρ. 30, ν. 1337/1983), τελικά τα πιο κοντινά στους πολίτες όργανα, που αποφασίζουν για λογαριασμό τους, είναι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και από εκεί και πέρα οι γραμματείες των υπουργείων αλλά και τα διοικητικά συμβούλια ιδιωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, η υποτιθέμενη συμμετοχή εξαντλείται στις διαβουλεύσεις και στις γνωμοδοτήσεις των αρμόδιων θεσμικών οργάνων, των επιστημονικών επιτροπών και των ειδικών συμβούλων, που λειτουργούν υποκαθιστώντας τις ομάδες των απλών πολιτών με ομάδες ειδημόνων.

Πάρκο στη συμβολή των οδών Ναυαρίνου και Χ. Τρικούπη πηγή: http://parkingparko.blogspot.gr

Πάρκο στη συμβολή των οδών Ναυαρίνου και Χ. Τρικούπη
πηγή: http://parkingparko.blogspot.gr

Αυτή η τακτική αποκλεισμού σε συνδυασμό με τις σύγχρονες κοινωνικές, οικονομικές εξελίξεις έχει πυροδοτήσει μια σειρά δράσεων, οι οποίες με άξονα τη διεκδίκηση δημόσιου χώρου αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης και διάθεσης ευρύτερων κοινωνικών αγαθών. Από κάτω προς τα πάνω, οι αντιδράσεις στις διάφορες κρατικές ή ιδιωτικές δεσμεύσεις και επιταγές παίρνουν τη μορφή οργανωμένων δικτύων αλληλεγγύης, καταλήψεων, και άλλων μορφών κοινωνικής πάλης, που ενίοτε κρίνονται παράνομες. Αλλά και από πάνω προς τα κάτω, η ιδιωτική πρωτοβουλία στο όνομα του κοινού συμφέροντος και με πρόσχημα συχνά τη συμμετοχή πολιτών διεκδικεί μερίδιο του δημόσιου χώρου αξιοποιώντας τα θεσμικά μέσα ή ακόμη και τα κενά της πολιτείας.

Καθώς όμως η υπόθεση του πολεοδομικού, περιβαλλοντικού και χωροταξικού σχεδιασμού είναι πρωτίστως πολιτική, το ζήτημα της εξουσίας, δηλαδή το ποιοι ελέγχουν τις διαδικασίες και με ποιους τρόπους, είναι κεντρικό. Ο συμμετοχικός σχεδιασμός ως συλλογική διάδραση χρειάζεται μια ριζωματική, οριζόντια δομή ώστε να καθιστά ελεύθερη την πληροφόρηση και ανοιχτό τον διάλογο. Στις καταλήψεις και στις επιμέρους αγωνιστικές δράσεις, που συχνά αντιμετωπίζουν την κρατική καταστολή, πραγματοποιούνται προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση μέσω συλλογικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων και αυτοσχέδιων, συνεργατικών πρακτικών. Ωστόσο, στο επίκεντρο της κριτικής, που τους ασκείται, δεν τίθεται η ενδεχόμενη αποτελεσματικότητά τους αλλά το ότι δρουν αυθαίρετα, κριτική που ενισχύεται και από το γεγονός πως τέτοιες πρακτικές τείνουν να παρακάμπτουν όσους αγνοούν ή θυσιάζουν το συλλογικό συμφέρον προς όφελος του ιδιωτικού. Επιπλέον, το πρόβλημα εντείνεται καθώς σε κάποιες περιπτώσεις οι ανάλογες δράσεις δεν στοχεύουν στην ίδια τη διαδικασία σχεδιασμού παρά σε επιμέρους ζητήματα.

Από την άλλη, ακριβώς επειδή υφίσταται έλλειμμα δημοκρατίας στον σχεδιασμό και με σύμμαχο τη γραφειοκρατία, μια συγκαλυμμένη αυθαιρεσία λειτουργεί με τρόπο νομιμοποιημένο στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Έτσι, μολονότι οι σχετικές δράσεις τυπικά δεν εναντιώνονται στην πολιτεία, ουσιαστικά την υποκαθιστούν και την παρακάμπτουν παρακάμπτοντας ταυτόχρονα και τους ίδιους τους πολίτες. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες πρωτοβουλίες συνήθως διατείνονται πως κινούνται με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον και στη βάση έγκυρων επιστημονικών γνωμοδοτήσεων και αποφάσεων. Όμως, γενικότερα, πρόκειται για στενές ιδιωτικές πρακτικές αποστασιοποιημένες από τα πραγματικά προβλήματα και την καθημερινότητα των πολιτών.

Έτσι, κάπου στη μέση βρίσκονται εγκλωβισμένοι όσες και όσοι διεκδικούν να εισακουστεί η άποψή τους στους αρμόδιους για τον σχεδιασμό φορείς, αξιοποιώντας τη μοναδική ίσως δυνατότητα παρέμβασης που ανέχεται η Πολιτεία: αυτή της διαμαρτυρίας. Έως πότε;

(*) Ο τίτλος αναφέρεται στο έργο Σύνθεση Νο. 9 (1969) του Αφροαμερικανού μουσικού Anthony Braxton


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην  Περιοδική έκδοση, τεύχος 00, Μάρτιος 2013