γράφει ο Ιωάννης Βαρδακαστάνης
Πρόεδρος Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ)

 

Σήμερα πλέον η αναπηρία θεωρείται μια εξελισσόμενη έννοια. Είναι κοινά αποδεκτό ότι προκύπτει από την αλληλεπίδραση μεταξύ των εμποδιζόμενων προσώπων και των περιβαλλοντικών εμποδίων αλλά και των εμποδίων συμπεριφοράς, που παρεμποδίζουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των εν λόγω προσώπων στην κοινωνία, σε ίση βάση με τους άλλους.1 Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι πολίτες με αναπηρία εκτιμώνται σήμερα στα 80.000.000, ενώ η γήρανση των κοινωνιών οδηγεί σε προβλέψεις για διπλασιασμό του ποσοστού των πολιτών άνω των 65 ετών (ομάδα με ανάγκες παρόμοιες με τους πολίτες με αναπηρία) μέχρι το 2050, οπότε αναμένεται να ανέλθουν σε ποσοστό 30% του συνολικού πληθυσμού. Με δεδομένα, λοιπόν, αφενός το συσχετισμό της αναπηρίας με το περιβάλλον και τη γενικότερη κουλτούρα, και αφετέρου τις δημογραφικές τάσεις που οδηγούν τάχιστα στο φαινόμενο ένας στους δύο πολίτες να εμποδίζεται από τα ισχύοντα σήμερα πρότυπα σχεδιασμού υποδομών, υπηρεσιών, αγαθών και πολιτικών/διαδικασιών, είναι εμφανής πλέον η ανάγκη αλλαγής αυτών των προτύπων.

Εκφράζοντας αυτές τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, το ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό πλαίσιο αλλάζει, τα πρότυπα επανασχεδιάζονται και προσαρμόζονται σε αυτές, και όσοι ασχολούνται με το σχεδιασμό σε όλα τα επίπεδα και τους τομείς καλούνται να ακολουθήσουν τις νέες τάσεις. Ανάγκη και πρόκληση ταυτόχρονα. Η προώθηση της προσβασιμότητας ως της αναγκαίας και ικανής προϋπόθεσης για το σχεδιασμό βιώσιμων και συνεκτικών κοινωνιών αναδεικνύεται ως μονοσήμαντη επιλογή.

Η προσβασιμότητα αναγνωρίζεται πλέον ως βασικό συστατικό της κοινωνικής συνοχής και της αειφόρου ανάπτυξης, ως αναπτυξιακό εργαλείο και μέσο εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της εσωτερικής αγοράς, κυρίως όμως ως αυτοτελές ανθρώπινο δικαίωμα που αφορά στη δυνατότητα αυτόνομης, άνετης και ασφαλούς συμμετοχής, δράσης, επικοινωνίας και ενημέρωσης του κάθε ατόμου, αλλά και ως ανθρώπινο δικαίωμα που συναρτάται άμεσα με την πραγμάτωση και των άλλων ατομικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.2

Η ευρωπαϊκή στρατηγική σήμερα επικεντρώνεται στην εξάλειψη των εμποδίων και τη μη δημιουργία νέων,3 εντάσσει υποχρεώσεις σχετικές με την προσβασιμότητα και την αναπηρία στους κανονισμούς των Διαρθρωτικών Ταμείων4 και σε άλλους τομείς, όπως οι μεταφορές και τα δικαιώματα των επιβατών,5 προωθεί προβλέψεις στις δημόσιες συμβάσεις,6 επανεξετάζει τα πρότυπα7 και το σχεδιασμό,8 τονίζει την ανάγκη για στατιστικά στοιχεία για την αναπηρία και την προσβασιμότητα.9 Προωθεί επίσης την ένταξη της προσβασιμότητας στα προγράμματα σπουδών των μηχανικών, νομικών, οικονομολόγων, αρχιτεκτόνων και γενικά όσων ασχολούνται με το σχεδιασμό, αλλά και στην επαγγελματική κατάρτιση όλων όσοι εμπλέκονται σε συναλλαγή με κοινό.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η προσβασιμότητα δεν σχετίζεται μόνο με το δομημένο περιβάλλον. Καλύπτει υποδομές και εξοπλισμούς, αλλά και αγαθά, υπηρεσίες (συμβατικές και ηλεκτρονικές), διαδικασίες/πολιτικές, νοοτροπίες κ.λπ. σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Σχετίζεται άμεσα με την ασφάλεια, την ποιότητα και την αειφορία. Αναφέρεται καταρχάς σε όλα τα άτομα με αναπηρία όλων των κατηγοριών, αλλά επεκτείνεται και σε πληθυσμιακές ομάδες με παρόμοιες με αυτά ανάγκες (ηλικιωμένοι, οικογένειες με μικρά παιδιά κ.λπ.).10

Αποτελεί τη βάση του νέου σχεδιασμού (Καθολικός Σχεδιασμός ή Σχεδιασμός για Όλους – Universal Design ή Design For All) που στοχεύει στην εξυπηρέτηση όλων χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς ανάγκη εξειδικευμένου σχεδιασμού και προσαρμογών, μην αποκλείοντας όμως και τη χρήση βοηθημάτων, όπου αυτή απαιτείται.11 Ουσιαστικά εκφράζει την ανθρώπινη ποικιλομορφία και διαφορετικότητα. Αξιοποιεί στην πράξη, ως μέτρο σχεδιασμού, το άτομο με κινητικές αναπηρίες και το άτομο με αισθητηριακές (προβλήματα όρασης και ακοής) ή/και νοητικές αναπηρίες, κατά τη διαστασιολόγηση/λειτουργικότητα και στον τομέα της πληροφόρησης/επικοινωνίας αντίστοιχα.

Στη διαδικασία αυτής της αλλαγής σημαντικό ρόλο κατέχει σήμερα και το ίδιο το αναπηρικό κίνημα. Η παρωχημένη αντίληψη του ηγετικού/αποφασιστικού ρόλου των πολιτικών ή/και των τεχνοκρατών αντικαθίσταται από τη συνεκτική αντίληψη των συν-αποφάσεων και του συν-σχεδιασμού από πολιτικούς, τεχνοκράτες και τους χρήστες, δηλαδή τα ίδια τα άτομα με αναπηρία.12 Το αναπηρικό κίνημα έχει αναδειχθεί πια σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο καταλύτης των αλλαγών, συγκεντρώνοντας εμπειρία και τεχνογνωσία, αξιολογώντας παραδοτέα, προωθώντας ορθολογικές και τεκμηριωμένες λύσεις και διορθωτικές παρεμβάσεις.

Είναι αλήθεια ότι μέχρι σήμερα ειδικά ο τεχνικός κόσμος της χώρας δεν υιοθέτησε στο βαθμό που είναι αναγκαίο τη νέα αντίληψη σχεδιασμού. Γιατί δεν τη διδάχθηκε; Γιατί δεν μπορεί να αντιληφθεί εύκολα τα οφέλη από αυτή; Γιατί δεν είναι ποτέ εύκολη και βολική η μετατόπιση ένα βήμα μπρος από τα κατεστημένα; Γιατί εξακολουθεί να τη συνδέει αποκλειστικά με τα άτομα με αναπηρία, τα οποία δεν βλέπει συχνά μέσα στο απροσπέλαστο περιβάλλον που αυτός έχει σχεδιάσει και άρα τα θεωρεί μια ισχνή μειονότητα; Όποιος και αν είναι ο λόγος, οι διεθνείς εξελίξεις τρέχουν, οι ανάγκες των κοινωνιών διαφοροποιούνται, και όσοι σχεδιάζουν –συμπεριλαμβανομένου του τεχνικού κόσμου– καλούνται να αναθεωρήσουν απόψεις, μέτρα, εργαλεία, και να ανταποκριθούν στην πρόκληση να δημιουργήσουν συνεκτικά και συμμετοχικά περιβάλλοντα και αγαθά, υψηλής αισθητικής και λειτουργικότητας, που θα υποστηρίζουν με την ίδια ασφάλεια και άνεση τους χρήστες τους σε βάθος χρόνου και σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους. Ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, η εξασφάλιση ισότιμης συμμετοχής και αυτόνομης διαβίωσης όλου του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί πλέον εγγύηση της ορθότητας των πολιτικών επιλογών.

Σημειώσεις

  1. ΟΗΕ (2007), Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, προοίμιο, σημείο ε (ν. 4074/2012, ΦΕΚ 88/Α).
  2. EESC (2014), ΤΕΝ/515, «Accessibility as a human right».
  3. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2010), «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την αναπηρία 2010-2020: Ανανέωση της δέσμευσης για μια Ευρώπη χωρίς εμπόδια».
  4. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013), Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013.
  5. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1107/2006, 1371/2007, 1177/2010, 181/2011.
  6. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Οδηγίες (ΕΚ) 2004/17, 2004/18, 2009/81.
  7. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2010), Standardisation mandate M/473 προς CEN, CENELEC και ETSI.
  8. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2007), Resolution ResAP(2007)3 «Achieving full participation through Universal Design».
  9. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2010), «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την αναπηρία 2010-2020: Ανανέωση της δέσμευσης για μια Ευρώπη χωρίς εμπόδια».
  10. ΕΣΑμεΑ (2008), Σχεδιάζοντας πολιτική σε θέματα αναπηρίας,(http://www.esaea.gr/files/documents/Egheiridio_Ekpedevomenou.pdf),
    ΕΣΑμεΑ (2005), Προσβασιμότητα: το «κλειδί» για την εξάλειψη των διακρίσεων, (http://www.esaea.gr/index.php?module=announce&ANN_id=147&ANN_user_op=view&ns_news=1&MMN_position=38:38).
  1. ΟΗΕ (2007), Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, άρθρο 2 (ν. 4074/2012 ΦΕΚ 88/Α).
  2. ΟΗΕ (2007), Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, άρθρο 33γ (ν. 4074/2012 ΦΕΚ 88/Α

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Περιοδική Εκδοση "αρχιτέκτονες", τεύχος 09, Φεβρουάριος 2014