Η έκθεση «Κιβωτός» στο Μουσείο Μπενάκη, πηγή: melittag.wordpress.com

γράφουν οι Φοίβη Γιαννίση, Ζήσης Κοτιώνης

Η Φοίβη Γιαννίση και ο Ζήσης Κοτιώνης ήταν επίτροποι της ελληνικής συμμετοχής «Κιβωτός. Παλαιοί σπόροι για νέες καλλιέργειες» στη 12η Biennale «People Meet in Architecture»

Ο θεσμός των Biennali Αρχιτεκτονικής, τα τελευταία χρόνια, είναι ο βασικός θεσμός εκπροσώπησης της ελληνικής αρχιτεκτονικής σκηνής στο διεθνές πεδίο. Η διεθνής του διάσταση αναγκάζει τους επιτρόπους της κάθε χρονιάς να δουν ταυτόχρονα την ελληνική αρχιτεκτονική όχι μόνο από μέσα αλλά και διαμέσου μιας ματιάς από έξω προς τα μέσα. Αυτό συμβαίνει και κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας –όταν τίθεται το ερώτημα τι και πώς παρουσιάζεται– όσο και στη διάρκεια της έκθεσης, όπου το παρηγμένο προϊόν έρχεται σε αντιπαράθεση και σύγκριση με αυτά των υπολοίπων διεθνών εκπροσωπήσεων. Ο διάλογος με τη διεθνή σκηνή, με τις κυρίαρχες και τις περιφερειακές χώρες, επιστρέφει κατόπιν δημιουργικά στην ελληνική πραγματικότητα ανατροφοδοτώντας τη με την εμπειρία μιας διεθνούς αυτο-έκθεσης. Η ανατροφοδότηση κι ο αναστοχασμός δεν αφορούν μόνο την αρχιτεκτονική κοινότητα, αλλά και το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, που της δίνεται η ευκαιρία να αντιληφθεί την αρχιτεκτονική ως ένα προϊόν πολιτισμού, ώστε να του αποδώσει τ ην αξία που του αντιστοιχεί. Σ’ αυτό βοηθούν τόσο η αρκετά εκτεταμένη προβολή και ενημέρωση μέσα από τα ελληνικά ΜΜΕ όσο και η έκθεση που πραγματοποιείται συνήθως αμέσως μετά τη Βενετία στην Αθήνα, στο Μουσείο Μπενάκη. Ωστόσο, παραμένει πάντα πιο κρίσιμη η επικοινωνία του ελληνικού περιπτέρου με τα διεθνή μέσα επικοινωνίας και τους θεσμούς στο χώρο της διεθνούς αρχιτεκτονικής, της τέχνης και της πολιτιστικής παραγωγής γενικότερα. Σύμφωνα με την εμπειρία μας από την Biennale του 2010 και το project της «Κιβωτού», η σύνδεση αυτή ήταν θεσμικά και οργανωτικά προβληματική, μιας και για χρόνια εξαρτήθηκε από τις τυχόν επαφές και γνωριμίες των επιτρόπων.
Εδώ ο ΣΑΔΑΣ θα μπορούσε να παίξει έναν κρίσιμο ρόλο αναλαμβάνοντας σε βάθος χρόνου να οργανώσει και να εδραιώσει ένα αντάξιο δίκτυο διεθνούς προώθησης και επικοινωνίας της ελληνικής αρχιτεκτονικής εκπροσώπησης μέσα στον γενικό του ρόλο, που μπορεί να είναι η προαγωγή της ελληνικής αρχιτεκτονικής έρευνας διεθνώς. Η ανάληψη φέτος της επικοινωνίας του ελληνικού περιπτέρου από τον ΣΑΔΑΣ είναι μια καλή αφετηρία για τη συνέχεια, ώστε να γίνει η ανάπτυξη της διεθνούς εκπροσώπησης στρατηγικά. Στον στρατηγικό σχεδιασμό των εκπροσωπήσεων πρέπει να εξασφαλίζεται η εγκαιρότερη προετοιμασία της έκθεσης, χωρίς καθυστερήσεις στην προκήρυξη, στην επιλογή εκπροσώπησης και στον οικονομικό προγραμματισμό της. Δεν μπορεί το διάστημα των δύο ετών μεταξύ των εκθέσεων –που για άλλες χώρες είναι χρόνος προετοιμασίας– να συρρικνώνεται για την προετοιμασία της ελληνικής εκπροσώπησης στο διάστημα των τριών μηνών πριν από τα εγκαίνια.
Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μια μεγάλη, θετική στροφή στις ελληνικές εκπροσωπήσεις. Η λογική των εκθέσεων έχει μεταστραφεί από τη λογική παρουσίασης του υπάρχοντος ποιοτικού αρχιτεκτονικού έργου στην Ελλάδα σε λογική παρουσίασης αρχιτεκτονικής έρευνας, η οποία παράγεται επιτούτου για την εκπροσώπησή μας στην Biennale της Βενετίας. Έτσι, η επιμελητική δουλειά των εκάστοτε επιτρόπων δεν είναι δουλειά έκθεσης υπαρχόντων αρχείων, αλλά παραγωγής αρχιτεκτονικής έρευνας και νέων αρχείων. Έτσι, το περίπτερο μετατρέπεται από εκθεσιακό-αρχειακό χώρο σε ερευνητικό εργαστήριο. Σημαντικό ρόλο στη θετική αυτή αλλαγή κατεύθυνσης στην επιμέλεια των εκθέσεων έπαιξε η ενεργός συμμετοχή των αρχιτεκτονικών σχολών με τους εκάστοτε επιλεγμένους επιτρόπους, που ήταν, εκτός από ακαδημαϊκοί, και ενεργοί αρχιτέκτονες ή θεωρητικοί. Με τον τρόπο αυτό συνδέθηκε η αρχιτεκτονική έρευνα που γίνεται στα ελληνικά και διεθνή πανεπιστήμια με το θεσμό της διεθνούς αρχιτεκτονικής έκθεσης. Η καίρια θεματολογία των ελληνικών εκπροσωπήσεων της τελευταίας δεκαετίας έφερε στο προσκήνιο του κοινωνικού διαλόγου ζητήματα που διεύρυναν το πεδίο δικαιοδοσίας της αρχιτεκτονικής, αναδεικνύοντας τη σημερινή σχέση της με το κοινωνικό, το πολιτικό, την ανθρωπολογική έρευνα και την καλλιτεχνική παραγωγή. Τούτο αποτυπώνεται και στους ποιοτικούς καταλόγους των εκθέσεων, οι οποίοι έχουν γίνει βιβλία αναφοράς, αν και είναι μέχρι τώρα προβληματική η παραγωγή και η διακίνησή τους.
Κοιτώντας το μέλλον πρέπει να αξιοποιηθεί η θετική δυναμική των τελευταίων ετών. Η ερευνητική και εργαστηριακή διάσταση στην αντίληψη της παρουσίας μας στα Giardini της Βενετίας μπορούν διαρκώς να ριζοσπαστικοποιούν την επιμελητική μας λογική και να ελευθερώνουν νέες δημιουργικές δυνάμεις στο χώρο της ελληνικής αρχιτεκτονικής παραγωγής. Και στον όρο της αρχιτεκτονικής παραγωγής οφείλουμε να συμπεριλάβουμε την παραγωγή κτηρίων, κατασκευών, εγκαταστάσεων, λόγου, χωρικών επιτελέσεων, αντιλήψεων και συμπεριφορών. Με τον τρόπο αυτό διερμηνεύεται η σχέση της (ελληνικής) πραγματικότητας εν γένει και στην εκάστοτε εποχή τόσο με την εντόπια αρχιτεκτονική παραγωγή όσο και με το διεθνές πολιτισμικό γίγνεσθαι.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην περιοδική έκδοση "αρχιτέκτονες", τεύχος 12/13, Μάιος-Ιούνιος 2014