γράφει η Δέσποινα Ζαβράκα

Κατά τον Günther Vogt, η μορφή και ο πολιτισμός ενός σύγχρονου αστικού οργανισμού σχετίζεται με τα φυσικά χαρακτηριστικά του ευρύτερου γεωγραφικού του χώρου. Αυτό σημαίνει ότι σχετίζεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος που περικλείει την πόλη, δηλαδή με τα ποτάμια, τα βουνά, τις όχθες, τις θάλασσες, τις ερήμους ή τα δάση. Η σκέψη αυτή μπορεί να μοιάζει απλοϊκή και σχεδόν αυτονόητη. Ξεδιπλώνοντάς την όμως, μπορούν να περιγραφούν ενδιαφέρουσες συνθήκες για τους αστικούς υπαίθριους χώρους.

Ο σύγχρονος αστικός οργανισμός της Θεσσαλονίκης περικλείεται ακόμη και σήμερα από φυσικές περιοχές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Αυτά είναι, μεταξύ άλλων, το οικοσύστημα του Θερμαϊκού κόλπου, οι παραλιακές πεδιάδες με τις ιστορικά μεταβαλλόμενες ακτογραμμές που διακόπτονται από την αδιαπέραστη αστική επιφάνεια της σύγχρονης πόλης, οι καλλιεργητικές επιφάνειες γης, οι περιοχές των υγροτόπων, οι ορεινοί και λοφώδεις όγκοι με τις δασικές περιοχές που διασώθηκαν από τη συστηματική αποψίλωση. Ποια από αυτά τα χαρακτηριστικά όμως αντανακλώνται στη σύγχρονη αστική μορφή της Θεσσαλονίκης;

Ιστορικά, η αυστηρά οριοθετημένη περιτειχισμένη πόλη είχε περιορισμένους υπαίθριους χώρους, με τη συνεχή παρουσία δυο διαμπερών οριζόντιων αξόνων, παράλληλων προς το θαλάσσιο μέτωπό της. Ο συμπαγής αστικός οργανισμός, με την κατεδάφιση του παραλιακού τείχους, σταδιακά διευρύνθηκε, τα δίκτυα των ελεύθερων χώρων είχαν ευκαιρίες επαύξησης και τα όρια ανάμεσα στη φύση και την πόλη επαναπροσδιορίστηκαν. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η φυσιογνωμία της πόλης άλλαξε ριζικά και μετατράπηκε σε γραμμικό σχεδόν παραλιακό κέντρο, με πολλαπλές αναδυόμενες εντάσεις. Μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση θραυσμάτων «φύσης» υποταγμένης στην αστική πολυπλοκότητα με ζώνες φυσικών περιοχών στα όρια του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης θα ήταν ικανή να φωτίσει συνέχειες και α-συνέχειες, εντός και έκτος των, ούτως ή άλλως συγκεχυμένων, ορίων της σύγχρονης πόλης.

Άποψη της σύγχρονης ακτογραμμής της πόλης από το Καραμπουρνάκι  φωτ. Δ. Ζαβράκα

Άποψη της σύγχρονης ακτογραμμής της πόλης από το Καραμπουρνάκι
φωτ. Δ. Ζαβράκα

Μέσα από ποικίλες μελέτες και εργαστήρια, υπό το πρίσμα των διεθνών τάσεων του αστικού σχεδιασμού και της αρχιτεκτονικής τοπίου, η συνολική έκταση των αστικών υπαίθριων χώρων της Θεσσαλονίκης παρουσιάζει μια αδιαμφισβήτητα ενδιαφέρουσα δυναμική. Οι υπαίθριοι χώροι της πόλης, μέσα από απόπειρες αναδιάρθρωσης (ανάδειξη αστικών αξόνων, φυσικών ρεμάτων, πράσινων δικτύων και δικτύων κοινόχρηστων χώρων), θα μπορούσαν να αποτελέσουν πεδία ανάδειξης πολύπλοκων αστικών καταστάσεων, στις οποίες «καλλιεργούνται» νέες εκφράσεις της περιβάλλουσας φύσης στη ζωή της πόλης. Η πόλη είναι ικανή να προσλαμβάνει στοιχεία από τη γύρω φύση, να τα μεταβολίζει και τελικά να τα ενσωματώνει ως νέες αστικές ενότητες. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μπορεί κάνεις να ανιχνεύσει το ρόλο της πόλης ως διαμεσολαβητή του φυσικού περιβάλλοντος, δηλαδή ως διαμεσολαβητή της φύσης. Πρόκειται για ένα φίλτρο αναμόρφωσης ή ακόμα και εξευγενισμού φυσικών στοιχείων τα οποία εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό το παρελθόν και την ταυτότητα του τόπου, αλλά και διαμορφώνουν το αστικό, πολιτισμικό παρόν και μέλλον.

Το αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης, αλλά και γενικότερα των μεγάλων πόλεων, γίνεται κατανοητό, μέσω νέων θεωρήσεων, ως έκφραση της σύγχρονης διαπολιτισμικότητας, αναδεικνύοντας την αμφίδρομη σχέση μεταξύ του αστικοποιημένου και του φυσικού περιβάλλοντος. Η μετάβαση αυτή μπορεί να συνοψιστεί στο παρακάτω σχήμα αλληλουχίας: από το φυσικό τοπίο, ως πρωτογενές φυσικό περιβάλλον, περνάμε στο αστικό τοπίο, ως χώρο οικειοποιημένο και κωδικοποιημένο, και από εκεί στο διαπολιτισμικό, αστικοποιημένο περιβάλλον. Το τελευταίο είναι ο καθρέφτης της εξέλιξης και της φυσιογνωμίας της πόλης. Πάνω του ανιχνεύονται πολλαπλές πολιτισμικές ταυτότητες, οι οποίες δρουν και εξελίσσονται στο αστικό περιβάλλον της μεγάλης πόλης.

Η σύγχρονη δυναμική του αστικοποιημένου τοπίου της Θεσσαλονίκης, ως τυπικού παραδείγματος μεσογειακής πόλης με τα συνηθισμένα προβλήματα υπερδόμησης και το μικρό ποσοστό ανοικτών χώρων ανά κάτοικο, είναι σημαντικό να επανασυσχετιστεί με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ιστορικότητα της γεωφυσικής επιφάνειας στην οποία η πόλη είναι εγκατεστημένη, και όχι μόνο. Με τη φυσική τοπογραφία της ευρύτερης περιοχής να μη διευκολύνει τη συνδεσιμότητα από τις ανατολικές προς τις δυτικές αστικές διευρύνσεις, αναδύεται η αναγκαιότητα ανίχνευσης δικτύων υπαίθριων χώρων ικανών να αποκαταστήσουν, στο μέτρο του δυνατού, τις φυσικές συνέχειες. Οι διαθέσιμες μελέτες για την ιστορία του επανασχεδιασμού της πόλης μετά την πυρκαγιά του 1917 και η αλληλουχία των σχεδίων ανοικοδόμησης έχουν καταγράψει μια σειρά σημαντικών προβλέψεων για την αναδιάρθρωση του υπαίθριου χώρου. Ανάμεσα στα σημαντικά στοιχεία των σχεδίων είναι η γεωγραφική προσέγγιση και ο συσχετισμός του υπαίθριου χώρου της πόλης με την περιβάλλουσα φύση. Εκτεταμένες ζώνες ελεύθερων χώρων προέβλεπαν την ενοποίηση ή το διαχωρισμό των προτεινόμενων λειτουργικών ζωνών και των επιμέρους περιοχών του αστικού οργανισμού της Θεσσαλονίκης.

Προτεινόμενες εντάσεις στο σύγχρονο παραλιακό μέτωπο της πόλης πηγή: Εργαστήριο με θέμα «Αστικές στρατηγικές για το δημόσιο χώρο –  περιοχή +7». Διαχείριση του θαλάσσιου μετώπου από την εξέδρα του Ομίλου  Φίλων Θαλάσσης μέχρι και την παράκτια ζώνη από το Μέγαρο Μουσικής έως  το Παλατάκι. Υπεύθυνοι εργαστηρίου: Αλ. Πάκα, Δ. Ζαβράκα, M. Baslo.

Προτεινόμενες εντάσεις στο σύγχρονο παραλιακό μέτωπο της πόλης
πηγή: Εργαστήριο με θέμα «Αστικές στρατηγικές για το δημόσιο χώρο –περιοχή +7». Διαχείριση του θαλάσσιου μετώπου από την εξέδρα του Ομίλου Φίλων Θαλάσσης μέχρι και την παράκτια ζώνη από το Μέγαρο Μουσικής έως το Παλατάκι. Υπεύθυνοι εργαστηρίου: Αλ. Πάκα, Δ. Ζαβράκα, M. Baslo.

Μεταξύ άλλων, υπήρξε πρόβλεψη για ένα επίμηκες δίκτυο πρασίνου το οποίο θα συνέδεε την ανατολική με τη δυτική πόλη, με κέντρο το περιαστικό δάσος του Σέιχ-Σου. Το δίκτυο αυτό θα είχε τη μορφή μιας πράσινης ζώνης η οποία θα περιέτρεχε σχεδόν ολόκληρη την τότε πόλη των 350.000 κατοίκων, δημιουργώντας έναν φυσικό «κλοιό», με προφανή οφέλη για την αποκατάσταση της σχέσης του αστικού οργανισμού με το φυσικό του περιβάλλον αλλά και της ισορροπίας ανάμεσα στις ανατολικές και δυτικές επεκτάσεις της πόλης. Το δίκτυο αυτό δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Εγκρίθηκε όμως και τελικά υλοποιήθηκε ένα κεντρικό πάρκο στην περιοχή της ΧΑΝΘ και του Λευκού Πύργου. Το πάρκο αυτό σήμερα έχει κομβικό χαρακτήρα για τη συνέχεια του παραλιακού μετώπου, καθώς η απόληξή του βρίσκεται ανάμεσα στην παραλιακή ζώνη του ιστορικού κέντρου και στη ζώνη υπαίθριας αναψυχής της Ν. Παραλίας.

Μεγάλο ποσοστό των ρομαντικών προτύπων, για τη σχέση φύσης και πόλης που ενσωμάτωναν οι γενικές αλλά και οι επιμέρους προβλέψεις του σχεδίου ανοικοδόμησης της πόλης, δεν εντάχθηκαν στην πραγματική δομή του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης. Η σχέση με τη φύση και η κοινωνική αντίληψη του τοπίου, στο βαθμό που σήμερα μπορεί να διέπεται από τις ιδιαίτερες πολιτισμικές αναφορές, αφορά περισσότερο την απεραντοσύνη του ανοιχτού ορίζοντα και λιγότερο την εσωστρέφεια του αστικού περιβάλλοντος. Το σύγχρονο αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης αναδύεται ως ένα συνεχές «πασπάλισμα» κτηριακών όγκων επάνω στο σύνθετο φυσικό ανάγλυφο με κύρια αναφορά το όριο με το νερό.

Σημαντικές μεταγενέστερες απόπειρες στην αναβάθμιση του υπερ-συμπυκνωμένου αστικού τοπίου, στα όρια του ιστορικού ιστού της πόλης, αποτέλεσαν μεταξύ άλλων οι σύγχρονες αναπλάσεις της Ν. Παραλίας και η αναδιάρθρωση ενός δικτύου ελεύθερων χώρων στο Δυτικό Τόξο της πόλης. Μέσα από τέτοιες απόπειρες αναδιοργάνωσης, διερευνήθηκε η φυσική συνέχεια θεματικών κοινόχρηστων χώρων σημαντικών για τη ζωή και τη βιωσιμότητα του αστικού οργανισμού της Θεσσαλονίκης.

Σε ό,τι αφορά ζητήματα σύγχρονου χωρικού λεξιλογίου και αναδιάρθρωσης υπαίθριων αστικών λειτουργιών, η αρχιτέκτονας τοπίου Martha Schwarz αναφέρει ότι σήμερα το τοπίο μπορεί να περιλαμβάνει περίπου τα πάντα. Με τη δήλωση αυτή σκιαγραφεί μια τάση διεύρυνσης του καθήκοντος του αστικού τοπίου, καθώς ο εναγκαλισμός του φυσικού τοπίου από τα αντικείμενα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας δημιουργεί νέες και σε μεγάλο βαθμό αμφιλεγόμενες αστικές χωρικές συνθήκες. Στο πλαίσιο αυτό κάνει λόγο για την ανακύκλωση των υπαίθριων χώρων και την επιμέλεια της αστικής εξέλιξης, με άξονα τη βιωσιμότητα της σύγχρονης πόλης.

Η εννοιολογική αναγέννηση του τοπίου και η συγγένειά του με τάσεις της τρέχουσας επικαιρότητας του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού επεκτείνει τη θεματική του σε αστικές επιφάνειες μεγάλης κλίμακας, ενσωματώνοντας σύγχρονες μεθοδολογίες του σχεδιασμού αιχμής και της οικολογίας. Ολόκληρες περιοχές του επιστημονικού αντικειμένου της αρχιτεκτονικής, της αρχιτεκτονικής τοπίου, του αστικού σχεδιασμού και της πολεοδομίας μοιράζονται πια κοινά πεδία εφαρμογής. Το πρόσφατα ορισμένο πεδίο της τοπιακής πολεοδομίας (landscape urbanism) ανιχνεύει αυτά ακριβώς τα αλληλοεπικαλυπτόμενα πεδία του σχεδιασμού, τάσσοντας την αστική φύση και τα ενοποιημένα δίκτυα πρασίνου σε σύμπνοια με τα φυσικά χαρακτηριστικά του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου, εγκαινιάζοντας νέες ισορροπίες.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην  Περιοδική έκδοση "αρχιτέκτονες", τεύχος 06, Οκτώβριος 2013